Κυριακή 20 Μαρτίου 2011

ΕΙΚΟΣΤΗ ΔΕΥΤΕΡΑ ΣΥΝΑΝΤΗΣΙΣ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΚΑΤΗΧΗΤΙΚΗΣ ΣΧΟΛΗΣ


Πραγματοποιήθηκε τό ἑσπέρας τῆς Κυριακῆς Β' Νηστειῶν (7η/20η Μαρτίου 2011), ἡ 22α συνάντησις τῆς Ὀρθοδόξου Κατηχητικῆς Σχολῆς. Προηγήθηκε ὁ Κατανυκτικός Ἑσπερινός στό Παρεκκλήσιο τῆς Παναγίας Παραμυθίας, τοῦ ὁμωνύμου Ἱεροῦ Ἡσυχαστηρίου Ἀχαρνῶν, χοροστατοῦντος τοῦ Σεβ. Μητροπολίτου κ. Κηρύκου. Ἡ συνάντησις πραγματοποιήθηκε στό φιλόξενο Ἀρχονταρίκι τοῦ Ἡσυχαστηρίου, τό ὁποῖο ὅμως ἀποδείχθηκε ἀνεπαρκές νά ὑποδεχθεῖ τούς πιστούς πού προσῆλθαν γιά νά παρακολουθήσουν τήν ὁμιλία καί τήν προβολή διαφανειῶν γιά τόν μεγάλο Πατέρα τῆς Ἐκκλησίας, ἅγ. Γρηγόριο τόν Παλαμᾶ. Τό θέμα τῆς συναντήσεως, τό ὁποῖο παρουσίασε ὁ Καθηγητής Ἀντ. Μάρκου, ἦταν "Ἡ Θαυματολογία τοῦ ἁγ. Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ κατά τόν ἅγ. Φιλόθεο τόν Κόκκινο". Στή συνέχεια παρατίθεται τό κείμενο τῆς ὁμιλίας.

…Ὅπως χαρακτηριστικά σημειώνει ὁ Πρωτ. Γεώργιος Μεταλληνός, Ὁμότιμος Καθηγητής τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν, «ἡ μνήμη τοῦ ἁγ. γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ συμπίπτει μέ τήν 14η Νοεμβρίου. Ἡ Σύνοδος ὅμως τοῦ 1368, ἡ ὁποία διακήρυξε εἰς τόν κόσμο τήν ἁγιότητα τοῦ ἁγ. Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ - λόγῳ τῶν θαυμάτων τά ὁποῖα ἐποίει καί ὄχι λόγῳ τῆς παιδείας του, οὔτε λόγῳ τῶν συγγραμμάτων του, πού εἶναι τό ὑψηλότερο στήν ἐποχή του ἐπίτευγμα, ἀλλά καί στήν κορυφή συγχρόνως τῆς Ἁγιοπατερικῆς θεολογικῆς παραδόσεως – μετέφερε τήν μνήμη τοῦ ἁγ. Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ εἰς τήν Β’ Κυριακή τῶν Νηστειῶν.
Εἶναι μία πρᾶξις συμβολική καί ἀποφασιστική, διότι ἡ σημερινή ἡμέρα τιμᾶται ἀπό τούς Ὀρθοδόξους ὅλου τοῦ κόσμου ὡς ἐπέκταση καί προέκταση τῆς Κυριακῆς τῆς Ὀρθοδοξίας. Εἶναι συνέχεια τῆς νίκης τῆς Ἐκκλησίας ὡς σώματος Χριστοῦ καί ἐν Χριστῶ κοινωνίας ἐναντίον τῆς πλάνης. Δέν εἶναι νίκη προσώπων ἐναντίον ἄλλων προσώπων, δέν εἶναι νίκη παρατάξεων ἐναντίον ἄλλης παρατάξεως ἤ ἄλλων παρατάξεων, ἀλλά εἶναι ἡ νίκη τῆς Πίστεως. Ὁ θρίαμβος τῆς Πίστεως ὡς τρόπου σκέψεως, ὡς τρόπου ζωῆς καί ἐμπειρίας Ἁγιοπνευματικῆς, πού μπορεῖ νά ὁδηγήσει τόν ἄνθρωπο στή θέωση. Εἶναι νίκη, δηλαδή, τῆς σωτηρίας, τήν ὁποία εἰσήγαγε στήν Ἱστορία ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός, ἄσαρκος εἰς τήν Παλαιά Διαθήκη καί ἔνσαρκος εἰς τήν Καινή Διαθήκη».

Μέρος Πρῶτο
Σύντομος Βίος τοῦ ἁγ. Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ
Ὁ Ἱερός Παλαμᾶς γεννήθηκε στήν ΚΠολη τό 1296, ἀπό γονεῖς εὐγενεῖς· ὁ πατέρας του Κωνσταντῖνος ἦταν Συγκλητικός τοῦ Αὐτοκράτορα Ἀνδρονίκου Β' Παλαιολόγου (1282 - 1328), ἀλλά "πρωτίστως καί προηγουμένως" ἕνας ἐργάτης τῆς καρδιακῆς προσευχῆς μέσα στόν κόσμο. Ὁ Γρηγόριος ἦταν μόλις ἑπτά ἐτῶν ὅταν κοιμήθηκε ὁ πατέρας του καί τήν ἀνατροφή καί παιδεία του ἀνέλαβε ὁ ἴδιος ὁ Αὐτοκράτορας. Παρακολούθησε ἀνώτερες σπουδές Γραμματικῆς, Ρητορικῆς, Φυσικῆς καί Λογικῆς (μέ εἰδίκευση στόν Ἀριστοτέλη), ἀλλά ἀντί νά ἀκολουθήσει τό πολιτικό στάδιο καί νά διαπρέψει στόν στίβο τῶν κρατικῶν ὑποθέσεων, μόνασε σέ ἡλικία 20 ἐτῶν, μέ ὅλη του τήν οἰκογένεια.
Τήν Ἄνοιξη τοῦ 1317 ἔφθασε στό Ἅγιο Ὄρος καί ὑποτάχθηκε στόν ἀσκητή Νικόδημο, ἀπό τόν ὁποῖο διδάχθηκε τήν νοερή προσευχή. Ἀσκούμενος δέχθηκε τό δῶρο τῆς θεολογίας καί ἀξιώθηκε Ἁγιοπνευματικῶν καταστάσεων. Γιά ἕνα διάστημα ἡγουμένευσε στήν Μονή Ἐσφιγμένου.
Ἀναδείχθηκε Πρόμαχος τῆς Ὀρθοδοξίας, ὅταν ὁ αἱρετικός Βαρλαάμ ὁ Καλαβρός, μέ τήν πολεμική του κατά τοῦ Ἡσυχασμοῦ, προσπάθησε νά νοθεύσει τήν Πίστη μέ Παπικές δοξασίες. Γιά τίς Ὀρθόδοξες θέσεις του διώχθηκε ἀπό ἀθεολόγιτους Πατριάρχες καί Ἐπισκόπους, "καταδικάσθηκε" ἀπό "Σύνοδο" καί φυλακίσθηκε (γιά τόν διώκτη του Πατριάρχη Ἰωλάννη ΙΔ' Καλέκα, 1334 - 1347, γράφει: "Πᾶς ὁ περί τοῦ δόγματος λόγος, σκήψίς ἐστιν, ἐξευρημένη πρός ἐπίκρυψιν τοῦ μισεῖν τούς τήν εἰρήνην ποθοῦνταςἘπιστολή πρός Φιλόθεο, φ. 172 β). Ὅταν ἀναγνωρίσθηκε ἡ ὀρθοδοξία τῶν θέσεών του, ἀποκαταστάθηκε καί χειροτονήθηκε Ἀρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης. Κατέλειπε σημαντικό θεολο-γικό συγγραφικό ἔργο, τό ὁποῖο τόν κατατάσει στήν χορεία τῶν Μεγάλων τῆς Ἐκκλησίας Ἱεραρχῶν καί Θεολόγων.
Κοιμήθηκε εἰρηνικά τό 1359, ἀφοῦ ἀξιώθηκε ἐμφανίσεως τοῦ Ἱεροῦ Χρυσοστόμου, ὁ ὁποῖος τόν κάλεσε "πρός αὐτόν, ὡς ὁμότροπον καί ἀγαπητόν καί συγκάτοικον". Ἡ ἁγιότητά του διακηρύχθηκε Συνοδικά ἐπί πατριαρχείας τοῦ μαθητή του ἁγ. Φιλοθέου τοῦ Κόκκινου (1354 - 55, 1364 - 1376), ἑννέα μόλις χρόνια μετά τήν ὁσιακή του κοίμηση. Τά Λείψανά του φυλάσσονται στόν πρός τιμή του Μητροπολιτικό Ναό τῆς Θεσσαλονίκης.

Μέρος Δεύτερο
Θαύματα τοῦ ἁγ. Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ
Ὁ ἅγ. Φιλόθεος μνημονεύει 16 θαύματα τοῦ Ἱεροῦ Γρηγορίου· ἐπειδή ὅλα ἀναφέρονται στό διάστημα ἀμέσως μετά τήν κοίμησή του, μᾶλλον πρόκειται γιά τά θαύματα τά ὁποῖα περιλαμβάνονταν στήν "ἀκριβῆ περί τοῦ Ἁγίου Ἔκθεσιν", τήν ὁποία εἶχε ζητήσει ὁ ἅγ. Κάλλιστος Πατριάρχης ΚΠόλεως (1355 - 1363). Ἡ ἔκθεση συντάχθηκε στήν Θεσσαλονίκη, μετά ἀπό κοινή σύσκεψη ἐκκλησιαστικῶν καί πολιτειακῶν παραγόντων, στήν ὁποία προήδρευσε ἡ Βασιλομήτωρ Ἄννα.

Πάρεδρος μιᾶς οὐρανίας Συνόδου!
"Ἕνα θαῦμα τοῦ Μεγάλου τούτου θέλω διηγηθῶ - γράφει ὁ ἅγ. Φιλόθεος - διά νά τό βάλω ὡσάν μίαν χρυσῆν κορωνίδα". Ἕνας ἀπό τούς μοναχούς τῆς Μεγίστης Λαύρας, ἔγκλειστος σέ ὅλη του τήν ζωή, "ἔξω ἀπό ἕνα ἤ δύο, εἰς ὅλους τούς ἄλλους πάντοτε σχεδόν ὤντας ἀθεώρητος", ζητοῦσε στήν προσευχή του νά τοῦ ἀποκαλύψει ὁ Θεός "περί τοῦ θείου Γρηγορίου, εἰς ποίαν κατάστασιν εὑρίσκεται ἐν οὐρανοῖς καί μέ ποίους ἀπό τούς θεράποντάς Του τόν ἐσυναρίθμησεν". Φάνηκε τότε στόν μοναχό, ὅτι βρέθηκε στήν Μεγάλη Ἐκκλησία τῆς Ἁγίας Σοφίας ΚΠόλεως (ἐνῶ δέν εἶχε πάει ποτέ στήν Βασιλεύουσσα, οὔτε εἶχε ἐπισκεφθεῖ τόν Ναό), κατά τήν διάρκεια συγκλήσεως "Συνόδου Ἁγίων Πατέρων· καί οἱ Πατέρες ἦσαν ὁ Μέγας Ἀθανάσιος, ὁ Οὐρανοφάντωρ Βασίλειος, ὁ Θεολόγος Γρηγόριος, Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, ὁ Νύσσης Γρηγόριος, ὁ Ἀλεξανδρείας Κύριλλος καί ἀντάμα μέ αὐτούς καί ὅλη ἡ λοιπή τῶν Θεολόγων ἁγία πληθύς".
Στόν ἔγκλειστο μοναχό φάνηκε, ὅτι παρακολουθοῦσε τίς συζητήσεις. Ἄκουσε τότε τούς παρισταμένους Πατέρες νά λέγουν, ὅτι δέν μποροῦν νά βγάλουν ἀπόφασι, "ἄν δέν εἶναι παρών εἰς τήν Σύνοδον καί τήν ἀπόφασιν αὐτῆς καί Γρηγόριος ὁ τῆς Θεσσαλονίκης Πρόεδρος". Ἔστειλαν τότε ἕναν Διάκονο γιά νά τόν καλέσει, ἐκεῖνος ὅμως ἐπιστρέφοντας τούς εἶπε, ὅτι "εἶναι ἀδύνατον νά πλησιάσει τινάς εἰς αὐτόν, διότι στέκει κοντά εἰς τόν Βασιλικόν Θρόνον καί λαλεῖ μόνος μέ μόνον τόν Βασιλέα"! Οἱ Πατέρες τῆς Συνόδου ἔστειλαν τότε τόν Διάκονο γιά δεύτερη φορά καί τοῦ εἶπαν νά περιμένει τό τέλος τῆς συνομιλίας καί μετά νά τοῦ μεταφέρει "τό ἀπό τῆς Συνόδου κάλεσμα".
Ὅταν ὁ μοναχός εἶδε τόν θεῖο Γρηγόριο νά ἔρχεται στήν Σύνοδο, οἱ Πατέρες "ἐπροσηκώθηκαν ὅλοι καί τόν ὑπεδέχθησαν φιλοφρόνως καί μέ χαράν... καί τόν ἐκάθισαν ἀνάμεσα εἰς τούς κορυφαίους καί ἱσοτίμους Ἁγίους Τρεῖς Ἱεράρχας καί Θεολόγους, μεταξύ δηλαδή Βασιλείου καί Γρηγορίου καί Χρυσοστόμου, ὡς ἰσότιμον μέ αὐτούς"!
Τό θαῦμα αὐτό ἐπιφραγίζει τήν συνείδηση τῆς Ἐκκλησίας, ὅτι ὁ Ἱερός Γρηγόριος εἶναι ὁ Τέταρτος Ἱεράρχης καί Θεολόγος Της, συνείδηση ἡ ὁποία ἐκφράζεται τόσο στήν ὑμνογραφία ("τῶν Θεολόγων τῶν Τριῶν σύμπουν τε καί συνωδόν", τόν ἀποκαλεῖ ὁ ἅγ. Φιλόθεος στήν Ἀκολουθία του), ὅσο καί στήν ἁγιογραφία (στήν κόγχη τῆς τράπεζας τῆς Μονῆς Μεγίστης Λαύρας καί στά Βημόθυρα τοῦ Καθολικοῦ τῆς Μονῆς Βλατάδων Θεσσαλονίκης, εἰκονίζεται μαζί μέ τούς ἄλλους Τρεῖς Ἱεράρχες· καί στόν θόλο τοῦ Παρεκκλησίου τῆς ἴδιας Μονῆς Βλατάδων, μαζί μέ τούς ἄλλους Τρεῖς Θεολόγους - Ἰωάννη τόν Εὐαγγελιστή, Γρηγόριο τόν Θεολόγο καί Συμεών τόν Νέο Θεολόγο).

Ἡ θεραπεία τοῦ Θεσσαλονικέως Ἱερομονάχου
Ὁ ἅγ. Φιλόθεος θέτει πρῶτο στά "μετά θάνατον" θαύματα τοῦ Ἱεροῦ Παλαμᾶ, τήν θεραπεία ἑνός Ἱερομονάχου Μονῆς τῆς Θεσσαλονίκης, ὁ ὁποῖος ἔπασχε ἀπό δεινή κεφαλαλγία. Τό πρόβλημα στήν σύγχρονη ἰατρική γλῶσσα ἦταν νευρολογικό ἤ ὀγκολογικό· διότι, ὁ πόνος ἦταν ὀξύς καί ἐνῶ στήν ἀρχή τῆς νόσου (ἡ ὁποία κράτησε ἑπτά χρόνια!), ἐμφανιζόταν 2 ἤ 3 φορές τόν μῆνα, στήν πορεία ἔγινε καθημερινός καί ἔκανε τόν πάσχοντα "νά φαίνεται εἰς τούς ἄλλους ἔξω φρενῶν καί ἀναίσθητος, ἀπό τάς ἀλλοκότους βοάς καί φωνάς".
Ἀπελπισμένος ὁ ἀσθενής ἀπό τήν πορεία τῆς ἀσθενείας του, ἄρχισε νά σκέπτεται τόν θάνατο καί νά προετοιμάζεται "διά τήν ἔξοδον, ὡσάν ὅπου ἦταν ἐπάνω εἰς τήν κεφαλήν του". Ἐπειδή ὅμως εἶχε γνωρίσει τόν ἅγ. Γρηγόριο, "ἐταλάνιζε τόν ἑαυτόν του, διότι δέν ἔλαχε παρών, ὅταν πρός τόν Θεόν ἐξεδήμει ὁ μακάριος". "Διατί βέβαια - ἔλεγε στόν ἑαυτό του - ἄν ἤθελα εὑρεθῶ τότε παρών, νά ἀκούσω τά τελευταῖα του θεῖα λόγια καί νά λάβω τάς ἱεράς του εὐχάς, ἤθελα τάς ἔχω τώρα ἕνα ἱσχυρότατον φυλακτήριον καί ὅπλον σωτηρίας".
Αὐτή ἡ πίστις τοῦ ἀσθενούς Ἱερομονάχου, προκάλεσε τήν ἐπέμβαση τοῦ θαυματουργοῦ χάριτος τοῦ Ἱεροῦ Παλαμᾶ. Βρέθηκε "ἐν ὁράματι" στόν Ναό τοῦ ἁγ. Δημητρίου, σέ ὥρα Θείας Λειτουργίας, μέ ἱερουργό τόν θεῖο Γρηγόριο· γονάτισε λοιπόν καί ζήτησε τήν εὐλογία του· καί ὅταν ὁ Ἅγιος ἄγγιξε μέ τό χέρι του τό μέτωπό του καί τόν σταύρωσε, αἰσθάνθηκε "πῶς ἔρρευσε παραδόξως κάποιον ἔλαιον" καί τοῦ ἔχρισε τό πρόσωπο! Ὅταν ὁ ἀσθενής συνῆλθε ἀπό τό ὅραμα, βρέθηκε θεραπευμένος!

Θεραπείες ὀξέων καταστάσεων καί χρονίων νοσημάτων
Δύο θαύματα τοῦ ἁγ. Γρηγορίου ἀναφέρονται σέ θεραπεία ἀσθενειῶν τοῦ γαστρεντερικοῦ συστήματος.
Στήν πρώτη περίπτωση, "ἄλλος Θεσσαλονικεύς, ἄνθρωπος ὀνομαστός καί εὐγενής τῆς Πόλεως, ἐκυριεύετο ἀπό χρονικόν πάθος τό ὁποῖον ὀνομάζουσιν οἱ ἰατροί κωλικόν, ἐπειδή οἱ φυσικοί πόροι τοῦ ἀνθρώπου ἐφράχθησαν μονομιᾶς καί κατ' οὐδένα τρόπον δέν ἄφηναν τά περιτώματα τῆς κοιλίας νά ἐξέλθουν". Ὅταν κατά τήν ἕκτη ἡμέρα ὁ ἀσθενής ἔφθασε στόν θάνατο, ἄκουσε τούς συγγενεῖς καί τούς φίλους πού ἦσαν κοντά του νά συζητοῦν μεταξύ τους τά θαύματα τοῦ Ἱεροῦ Γρηγορίου καί γεννήθηκε μέσα του ἡ ἐλπίδα τῆς ἀπαλλαγῆς ἀπό τήν νόσο. Ἄρχισε τότε, "μέ λόγια ἐλεεινά καί δάκρυα νά παρακαλῆ τόν Ἅγιον νά τόν ἐλεήση λέγοντας, "δύνασαι, δοῦλε τοῦ Θεοῦ, ὡς Χριστοῦ μιμητής ἀκριβέστατος, ἄν καί εἰς τόν τάφον σου δέν ἠμπορῶ νά ἔλθω καί ἐγώ καθώς οἱ ἄλλοι - μέ τό νά ἐμποδίζωμαι ἀπό τό πάθος μου καί ἀπό τήν ὥραν, ὅπου εἶναι παράκαιρος - ὅμως δύνασαι, λέγω, νά μέ θεραπεύσης καί νά μέ λυτρώσης ἀπό τήν πικράν τούτην ἀνάγκην καί τόν ἐλπιζόμενον θάνατον".
Προσευχόμενος ἀποκοιμήθηκε ὁ ἀσθενής νά βλέπει "κατ' ὄναρ τόν μέγαν Γρηγόριον, ἐν σχήματι Ἱερομονάχου" νά τόν εὐλογεῖ καί νά θέτει στό λεγόμενο ἱερόν ὀστοῦν ἕνα σταυρό ἀπό κερί. Ἀμέσως αἰσθάνθηκε τόν πόνο τοῦ κωλικοῦ νά ὑποχωρεῖ καί τήν λειτουργία τοῦ συστήματος νά ἀποκαθίσταται.
Στή δεύτερη περίπτωση, "κάποιος ἄνθρωπος ἀπό ἐκείνους ὅπου ὑφαίνουσι τά βασιλικά ἐνδύματα (τά ὁποῖα ἀλουργίδας καί πορφυρᾶς χλαμίδας ὀνομάζουσι), ἔπασχεν ἀπό καιρόν ἀπό ἔμφραξιν τῆς κοιλίας του". Χρησιμοποιῶντας λοιπόν ἕνα φάρμακο τῆς ἐποχῆς, τό ὁποῖο τοῦ ἔδωσε ἕνας τῶν βασιλικῶν ἰατρῶν, ἔφθασε στήν ἀκριβῶς ἀντίθετη κατάσταση τῆς δυσεντερείας. "Χάνοντας, λοιπόν, κάθε ἐλπίδα ἀπό τάς μηχανάς τοῦ ἰατροῦ, καταφεύγει πρός τόν Θεόν καί τόν Ἐκείνου μέγαν θεράποντα, "ἠξεύρω σε - λέγοντας - ἠξεύρω σε, ἄνθρωπε τοῦ Θεοῦ, καί ζῶντα ἐπάνω εἰς τήν γῆν καί τώρα εἰς τούς οὐρανούς μεταστάντα, ὅτι πολλά καί μεγάλα δύνασαι· λοιπόν γενοῦ καί τήν ὥραν ταύτην εἰς ἐμέ βοηθός καί ἐξάρπασόν με ἀπό τόν ἐπικείμενον τοῦτον θάνατον, μέ τήν κραταιάν μεσιτείαν σου".
Φάνηκε τότε στόν ὕπνο του ὁ διακονητής μοναχός τοῦ ἁγ. Γρηγορίου νά τοῦ λέγει, πῶς πρέπει νά ἐπισκεφθεῖ τήν κατοικία τοῦ Ἀρχιερέως καί νά βάλει πάνω στά νεφρά του τό ὠμοφόριό του, γιά νά θεραπευθεῖ. "Ἐφαίνετο, λοιπόν, τοῦ ἀρρώστου, ἐκεῖ ὅπου ἐκοιμᾶτο, πῶς ἐπῆγεν εἰς τόν οἶκον τοῦ Ἀρχιερέως καί ἐζήτει ἐκεῖνο τό ἱερόν ἄμφιον, καθώς τόν ἐπρόσταξεν ὁ φανείς, ἀλλά δέν ἠμπόρεσε νά εὕρη τό ζητούμενον· ὁ δέ μοναχός ἐφάνη πῶς τόν ἐπῆρεν ἀπό τό χέρι καί τόν ἐπῆγεν, ὄχι εἰς τόν οἶκον τοῦ Ἀρχιερέως, ἀλλά εἰς τόν τάφον τοῦ Ἁγίου".
Ὅταν ξύπνησε ὁ ἀσθενής κατάλαβε τήν σημασία τοῦ "κατ' ὄναρ" μηνύματος, ἐπισκέφθηκε τόν χαριτόβρυτο τάφο τοῦ Ἁγίου (στόν Ναό τῆς Ἁγίας Σοφίας) καί ἀφοῦ ἀκούμπησε τά νεφρά του στήν ἐπιτάφεια πλάκα, θεραπεύθηκε!
Ἄλλα θαύματα τοῦ ἁγ. Γρηγορίου ἀναφέρονται σέ θεραπείες παραλυτικῶν.
Μία περίπτωσις ἀφορᾶ τόν Πρωτοψάλτη τῆς Μητροπόλεως Θεσσαλονίκης, "Δομέστιχον ὀνομάζει τοῦτον ἡ συνήθεια, ἄνθρωπον ὀνομαστόν εἰς τά μουσικά καί κατά τήν συχνήν πρᾶξιν καί κατά τήν φυσικήν ἐπιτηδειότητα καί κατά τήν τεχνικήν μέθοδον". Αὐτός λοιπόν ἔμεινε παράλυτος ἀπό ἄγνωστη αἰτία, "ἀλλά μέ τήν ψυχράν δίαιταν καί μέ τάς ἄλλας ἐπιμελείας τῶν ἰατρῶν", περιορίσθηκε ἡ νόσος μόνον στόν ἀντίχειρα, τόν δείκτη καί τόν μέσο δάκτυλο τοῦ δεξιοῦ χεριοῦ. Ὅμως, "ἐλυπεῖτο κατά πολλά ἐκεῖνος, ἐπειδή δέν ἠδύνατο νά μεταχειρίζεται τήν τέχνην του καθώς καί πρότερον, τόσον εἰς τό γράψιμον δηλαδή, ὅσον καί εἰς τόν σχηματισμόν τῆς μουσικῆς χειρονομίας· διά τοῦτο καί ἀπηλπισμένος ἀπό κάθε τέχνην καί χειρουργικήν βοήθειαν καί ἰατρείαν, καταφεύγει ἀμέσως εἰς τήν θείαν βοήθειαν καί ζητεῖ ἐκεῖθεν τήν θεραπείαν του, πρέσβεις ἰσχυρούς πρός Χριστόν καί μεσίτας τούς Ἐκείνου θεράποντας προβαλλόμενος".
Ὁ Ἱερός Γρηγόριος ἔσπευσε τήν ἴδια νύκτα τῆς προσευχῆς, νά βοηθήσει τόν πάσχοντα· διότι τοῦ φάνηκε πῶς βρέθηκε στόν Ναό τῆς Ἁγίας Σοφίας καί "ὁ μέν Ἅγιος τάχα ἐφαίνετο, ὅτι ἔβαλεν τήν χεῖρα του ἐπάνω εἰς τήν κεφαλήν του καί τόν ἐχάϊδευε πατρικῶς καί φιλικῶς καί τοῦ ὡμιλοῦσε γλυκύτατα καί ἀρεστότατα λέγωντας, "γύρισαι εἰς τήν οἰκίαν σου, φίλε Πρωτοψάλτα, καί εἰς τό ἐξῆς ἔχεις νά γένης καλά".
Μετά τήν ἐμφάνιση αὐτή ὁ Πρωτοψάλτης ἔσπευσε στόν τάφο τοῦ Ἁγίου καί θεραπεύθηκε, ἀφοῦ προηγουμένως μετανόησε "ἐξομολογούμενος τήν ἁμαρτίαν του καί τήν προπέτιαν τῆς γλώττης του, ὅπου ἔδειξε κατά τοῦ Ἁγίου· ὅτι, καθώς εἶπεν, εἶχε κινήση προτήτερα τήν γλῶσσαν του εἰς κάποιας φλυαρίας κατ' αὐτοῦ"!
Ἄλλη περίπτωσις ἀφορᾶ τήν θεραπεία ἰατροῦ, ὁ ὁποῖος "ἦτον κατάκοιτος πάμπολυν καιρόν, ἐπειδή ἐβασανίζετο ἀπό πολλά καί διάφορα πάθη· τόσον δέ ἐμακροχρόνησε κατάκοιτος, ὥστε ἔκαμε πληγάς καί εἰς τάς πληγάς του ἐγεννήθησαν πλῆθος σκωλήκων"! Ἡ νόσος αὐτή πρέπει νά ἦταν λοιμική, διότι εἶχε μεταδωθεῖ καί στήν οἰκογένειά του, "ὁ δέ οἶκος τοῦ ἰατροῦ δέν ἦτον ἰατρεῖον, ἀλλά μάλιστα νοσοκομεῖον"!
Ὁ Ἅγιος ἐμφανίσθηκε "κάτ' ὄναρ" στήν πάσχουσα κόρη τοῦ ἰατροῦ καί φάνηκε νά πλένει τά ἄκρα τοῦ πατέρα της μέ νερό τῆς λεκάνης τοῦ Ἁγιασμοῦ, τήν ὁποία ὁ ἴδιος χρησιμοποιοῦσε! Μετά ἀπό τήν ἐμφάνιση αὐτή ὁ ἰατρός ἀρχικά καί ἡ οἰκογένειά του στήν συνέχεια, θεραπεύθηκαν!
Σέ ἄλλη περίπτωση θεραπείας παραλύτου χειρός μιᾶς γυναικός, "εὐγενοῦς καί κοσμίας", ὁ Ἅγιος θεράπευσε προηγουμένως τήν ἀπιστία τῆς ἀσθενοῦς· διότι, "ὄχι μόνον δέν ἤθελε νά δώση καμμίαν πίστιν εἰς τά λεγόμενα, ὄχι μόνον τήν πρέπουσαν ὑπόληψιν δέν εἶχεν ἐξ' ἀρχῆς πρός αὐτόν, ἀλλά καί πολλά κακά καί βλάσφημα λόγια ἔλεγε κατ' αὐτοῦ"!
Στά θαύματα τοῦ ἁγ. Γρηγορίου πού ἀναφέρονται σέ θεραπείες περιλαμβάνονται: Ἡ ἀποκατάσταση τῆς "ξηρᾶς καί ἀγόνου ἀριστερᾶς χειρός κάποιας γυναικός, χήρας, γραίας καί πτωχῆς"· ἡ θεραπεία δύο μοναζουσῶν, τῶν ὁποίων, "ὡς ὀξύς ἰατρός θεραπεύει καί τά δύο πάθη· καί εἰς μέν τήν νέαν χαρίζει τήν εὐηκοϊαν, εἰς δέ τήν γηραιάν τήν ὁρατικήν ἕξιν καί ἐνέργειαν"· ἡ θεραπεία τῆς αἱμοροούσσης Ζωῆς καί τοῦ μοναχοῦ Ἐφραίμ ἀπό τήν Καστοριά (ὁ ὁποῖος εἶχε μολυνθεῖ ἀπό τραυματισμό καί εἶχε πάθει γάγγραινα!)· καί ἡ θεραπεία τοῦ "Τσιμισκῆ τοῦ Βεροιαῖος" καί τῆς οἰκογενείας του (ὁ ὁποῖος ἦταν πρώην μαθητής τοῦ Ἀκινδύνου καί πολέμιος τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλά ἐπανῆλθε στήν εὐσέβεια καί ἔγινε μαθητής τοῦ Ἁγίου).

Ἡ ἀνεύρεση νεροῦ στήν Μονή Ἐσφιγμένου
Ἡ Μονή Ἐσφιγμένου, τῆς ὁποίας χρημάτισε Ἡγούμενος ὁ Ἅγιος, ἐστερεῖτο νεροῦ καί οἱ δυσκολίες τῶν μοναχῶν ἦταν μεγάλες. Αὐτό τό ζωτικό πρόβλημα ἔλυσε "μετά θάνατον" ὁ Ἅγιος μέ τόν ἀκόλουθο τρόπο:
Ἕνας πλούσιος Θεσσαλονικεύς ἑτοιμαζόταν νά ἀποδημήσει στά Ἱεροσόλυμα, ὅπως ἦταν διαδεδομένη συνήθεια στήν ἐποχή του. Σ' αὐτόν λοιπόν ἐμφανίσθηκε "κατ' ὄναρ" ὁ Ἅγιος καί τοῦ εἶπε, ὅτι "καλύτερον θά ἔκαμνες ἄν μετέβαινες εἰς Ἅγιον Ὄρος, εἰς τήν Μονήν Ἐσφιγμένου, καί ἐχρησιμοποιοῦσες τά ἔξοδα ὅπου θά ἔκαμνες διά τό ταξείδιον, διά τήν ἀνεύρεσιν ὕδατος, καθότι ἡ Μονή στερεῖται ποσίμου ὕδατος". Μάλιστα, ἔδωσε ἀκριβεῖς ὁδηγίες στόν ὑποψήφιο δωρητή. "Ὅταν φθάσης εἰς τήν Μονήν, ἀπό τήν κυρίαν εἴσοδον θά βαδίσης ἕως διακόσια βήματα κατ' εὐθείαν, κατόπιν θά στραφῆς ἀνατολικῶς καί θά παρατηρήσης τό μέρος καί ἕως ὅπλου βολήν καί θά εὕρης τό μέρος· νά προσέξης ὅμως νά μήν σκάψης πολύ βαθέως, διότι πιθανόν νά παρουσιασθῆ πολύ ὕδωρ ὡς λίμνης καί ἀντί νά ὠφελήσης θά βλάψης".
Πράγματι ἔγινε ἡ ἐκσκαφή καί βρέθηκε τόσο νερό, ὥστε νά ἔχει αὐτάρκεια πλέον ἡ Μονή· μάλιστα ἡ βρύση μέσα στόν περίβολο, ἀπ' ὅπου ὑδρεύονται οἱ μοναχοί καί οἱ προσκυνητές, ὀνομάζεται μέχρι σήμερα, "τοῦ ἁγ. Γρηγορίου"!

Μέρος Τρίτο
Διατί οἰκονομεῖ ὁ Θεός τά θαύματα τῶν Ἁγίων
Ὁ ἅγ. Φιλόθεος ὁμολογεῖ ἀρχικά, ὅτι τά θαύματα πού ἀναφέρει, εἶναι "ὀλίγα ἀπό τό πλῆθος ὅπου ἔγιναν καί γίνονται καί ἔτι ἔχουσι νά γίνωνται" καί τά ἀναφέρει γιά νά δείξει "τό ὅλον ἀπό τό μέρος".
Τά θαύματα αὐτά, τά "τόσον μεγάλα καί πυκνά (τά ὁποῖα) ἡ Θεία Χάρις ὑπέρ φύσιν ἐνεργεῖ", δέν γίνονται "ὡς νομίζει", "διά κέρδος καί αὔξησιν ἐκείνου (τοῦ ἁγ. Παλαμᾶ δηλαδή), ἀλλά τό περισσότερον
· διά νά δείξη καί νά βεβαιώση (ὁ Θεός) τόν ὀρθόν λόγον τῆς εὐσεβείας, ὅπου ἐπολεμήθη μέν καί ἀκόμα σήμερον παρά ποτέ πολεμεῖται, ἀπό τάς κακάς καί πολυκεφάλους ταύτας αἱρέσεις,
· ἐστηρίχθη δέ (ὁ ὀρθός λόγος) ἀπό ἐκεῖνον (τόν Ἅγιον) καί ἀνεκηρύχθη πολλάκις καί εἰς τούς πλησίον καί εἰς τούς μακράν, καί εἰς τήν ξηράν καί εἰς τήν θάλασσαν, μέ τήν δύναμιν τοῦ ἐν αὐτῷ κατοικοῦντος θείου Πνεύματος, ὅθεν ἀποστολικῶς καί τούτου ὁ φθόγγος ἐξῆλθεν εἰς πᾶσαν τήν γῆν καί εἰς τά πέρατα τῆς οἰκουμένης τά ρήματα αὐτοῦ".
Τά θαύματα δηλαδή τοῦ ἁγ. Γρηγορίου (ὅπως καί ὅλων τῶν Ἁγίων), οἰκονομοῦνται ἀπό τόν Ἅγιο Θεό, σάν δείγματα καί πιστοποιήσεις τῆς ὀρθῆς Πίστεως καί τῆς καλῆς Ὁμολογίας τῶν συγκεκριμένων Ἱερῶν Προσώπων.
Τά θαύματα τοῦ Ἱεροῦ Γρηγορίου, ἀναγκάζουν τόν "ὑπ' αὐτοῦ θεραπευθέντα" μοναχό Ἐφραίμ νά ἀναφωνίσει: "Πιστεύω εἰς ἐκεῖνα ὅπου ἤκουσα τρανώτατα· τόν ἀνακηρύττω στύλον τῆς Ἐκκλησίας καί Διδάσκαλον τῆς εὐσεβείας καί πάσης ἁγιωσύνης καί ἀρετῆς κατοικητήριον· καί πρός τούτοις τόν ὁμολογῶ σημείων καί θαυμάτων θείων ἐργάτην καί ἀποστολικῆς δυνάμεως καί χάριτος πεπλουτισμένον".
"Ἐκ τούτου - τοῦ θαύματος τοῦ Ἱεροῦ Γρηγορίου - οἱ θεοφιλέστεροι καί πρώτοι τῆς Καστορίας, καί μάλιστα τό ἱερατικόν τάγμα, εἰς ἕν συνελθόντες καί σκεψάμενοι, ζωγραφίζουσιν ἱεράν εἰκόνα τοῦ Γρηγορίου καί πανύγηριν λαμπράν καί πάνδημον συγκροτοῦσιν, ἑορτάζοντες τήν ἡμέραν τῆς αὐτοῦ τελειώσεως· καί μετά ταῦτα καί Ναόν ἱερόν ἐπ' ὀνόματι αὐτοῦ, ὡς λαμπρῷ μαθητῇ τοῦ Χριστοῦ ἀνεγείρουσι, χωρίς νά καρτερέσουν Συνόδους μεγάλας καί κοινάς ψήφους, διά νά τόν ἀνακηρύξουν καί τόν κανονίσουν ὡς Ἄγιον - εἰς τά ὁποῖα ἀκολουθεῖ πολλάκις καί χρονοτριβή καί ἀμέλεια καί ἀργοπορία καί πολλά ἄλλα ἀνθρώπινα ἐμπόδια - ἀλλά καλῶς καί εὐσεβῶς εὐχαριστήθησαν καί ἠρκέσθησαν εἰς μόνην τήν ψῆφον καί ἀνακήρυξιν τοῦ Οὐρανοῦ καί εἰς τήν λαμπράν καί ἀναμφίβολον τῶν πραγμάτων ὄψιν καί πίστιν, ὅπου εἶναι τά θεῖα θαύματα".
Ἀκόμη, "ἐπειδή ἡξεύρει (ὁ Ἅγιος) πῶς ἡ ἁπανταχοῦ τῆς γῆς ἐξαπλωμένη Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ εἶναι Μία - τήν Ὁποίαν αὐτός ὅλην ἐξίσου ἐδιαφένδευσε καί τήν ψυχήν του, ἔτι ζῶν, κατά μίμησιν τοῦ Χριστοῦ, ὑπέρ Ἐκείνης ἔδωκε - διά τοῦτο καί ἐκεῖ εἰς τούς μακρυνούς τόπους γίνεται ὁμοίως εἰς τούς καλούντας αὐτόν καί σωτήρ καί ρύστης καί ἰατρός ἀνιάτων παθῶν. Καί μάρτυρες ἀληθέστατοι τοῦ λόγου Θετταλοί καί Σέρβοι καί ὅλοι ἐκεῖνοι ὅπου ἐρχόμενοι ἐκεῖθεν ἀπό τά μακρυνά γένη, διηγοῦνται τά τοῦ Μεγάλου θαύματα.
Καί τί χρεία νά λέγω πολλά; Τόσον καλά τόν ἠξεύρουσιν καί τόσον εἶναι πεπιεσμένοι ἀπό τά πράγματα - εἰς τήν μεγάλην παρρησίαν ὅπου ἔχει εἰς τόν Θεόν - ὥστε καί εἰκόνας του ζωγραφίζουσι καί πυκνά πανηγυρίζουσι τήν μνήμην αὐτοῦ (μέ πίστιν μεγάλην καί μέ θερμότατον πόθον τῆς ψυχῆς των) καί ναούς μετά προθυμίας κτίζουσιν εἰς τό ὄνομά του, ὡσάν εἰς ἔνα ἀπό τούς Ἀποστόλους καί τούς Πατέρας· καί ὅλοι μετά πολλοῦ τοῦ θαύματος ἀνακηρύττουσι τόν Μέγαν τοῦτον, ὀνομάζοντές τον καί κήρυκα τῆς εὐσεβείας καί προστάτην τῆς Ἐκκλησίας καί διδάσκαλον καί φύλακα τῶν ὀρθῶν Ταύτης δογμάτων"...
ΓΝΩΜΕΣ ΣΥΜΜΕΤΕΧΟΝΤΩΝ ΣΤΗΝ ΟΡΘΟΔΟΞΟ ΚΑΤΗΧΗΤΙΚΗ ΣΧΟΛΗ

Πρό διμήνου ὁ Σεβ. Μητροπολίτης κ. Κήρυκος ἀπηύθυνε στούς συμμετέχοντες στίς συναντήσεις τῆς Ὀρθοδόξου Κατηχητικῆς Σχολῆς τήν ἀκόλουθη ἐπιστολή, μέ σκοπό τήν ἔκφραση γνώμης γιά τήν μέχρι σήμερα λειτουργία της καί τήν ὑποβολή προτάσεων γιά τήν καλύτερη λειτουργία της.

Ἱερά Μητρόπολις Μεσογαίας καί Λαυρεωτικῆς
(τῆς Γνησίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος)
ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΚΑΤΗΧΗΤΙΚΗ ΣΧΟΛΗ

Πρός τούς συμμετέχοντες στίς συναντήσεις τῆς Σχολῆς.

Ἀγαπητοί,
Μέ τήν βοήθεια τοῦ Θεοῦ ὁλοκληρώθηκε τό Α’ πεντάμηνο λειτουργίας τῆς Σχολῆς μας. Στό ἔντυπο αὐτό θά ἤθελα νά ἐκφράσετε γραπτῶς τίς ἀπόψεις σας, γιά τήν μέχρι σήμερα λειτουργία τῆς Σχολῆς, καθώς καί τίς προτάσεις σας γιά τήν καλύτερη λειτουργία της.

Μέ εὐχές ὁ Διευθυντής
+ Ὁ Μεσογαίας καί Λαυρεωτικῆς ΚΗΡΥΚΟΣ

Στήν συνέχεια σταχυολογοῦμε μερικές ἀπαντήσεις συμμετεχόντων στίς συναντήσεις τῆς Σχολῆς, προσώπων διαφόρων ἡλικιῶν, ἐπαγγελμάτων καί μορφωτικοῦ ἐπιπέδου. Τό μέχρι τώρα γενικό συμπέρασμα εἶναι, ὅτι οἱ συμμετέχοντες ὠφελοῦνται "πολυμερῶς καί πολυτρόπως" καί ἐπιθυμοῦν νά συνεχιστοῦν οἱ συναντήσεις καί νά διευρυνθοῦν μέ τήν ἀνάπτυξη νέων θεμάτων.

"Μοῦ ἀρέσει πού μαθαίνουμε πράγματα πού δέν τά εἴχαμε ξανακούσει. Ὑπάρχει συζήτηση μεταξύ μας, μποροῦμε νά λέμε τήν ἄποψή μας, τό μάθημα δέν εἶναι μονόλογος. Μαθαίνουμε σιγά-σιγά πῶς πρέπει νά εἴμαστε σάν σωστοί Χριστιανοί, εἶναι δύσκολο νά τό καταφέρουμε, ἀλλά μπορεῖ νά γίνει. Διότι μπορεῖ κάποιος νά πηγαίνει πολλά χρόνια στήν ἐκκλησία καί νά μήν γνωρίζει πολλά πράγματα, λ.χ. τί εἶναι ἁμαρτία. Οἱ μισοί ἀπό ἐμᾶς πηγαίνουμε στήν ἐκκλησία ἔτσι ἁπλᾶ, χωρίς νά καταλαβαίνουμε πολλά πράγματα. Θά ἦταν πολύ καλό νά κάνουμε μαθήματα γιά τό θέμα τῆς συμπεριφορᾶς, γιά τό τί συμπεριφορά πρέπει νά ἔχει ὁ Ὀρθόδοξος Χριστιανός". (20/2/2011. Μαρία Κ., ἰδιωτική ἐπαγγελματίας, ἐτῶν 47).

"Ὅταν ἦρθα γιά πρώτη φορά στήν Κατηχητική Σχολή, μέ ἀπασχολοῦσαν πολλά ἀναπάντητα ἐρωτήματα. Εἶχα πολλές ἀνησυχίες γιά τό αὔριο καί μεγάλη ἄγνοια γιά πολλά καί σημαντικά πράγματα, τά ὁποῖα πρέπει νά γνωρίζει κάθε καλός Ὀρθόδοξος Χριστιανός. Στή Σχολή βρῆκα ἀπαντήσεις στά ἐρωτήματά μου καί αἰσθάνθηκα ἀνακούφιση γιά τό μέλλον. Μαθαίνω διαρκῶς ὅλο καί περισσότερα πράγματα ἀπό τούς Βίους τῶν Ἁγίων, γιά τό πῶς πρέπει νά σκεπτόμαστε καί νά φερόμαστε σάν Χριστιανοί ἄνθρωποι. Παίρνω πληροφορίες τίς ὁποίες ἄν τίς διάβαζα δέν θά τίς καταλάβαινα, οὔτε θά μποροῦσα νά τίς διδάξω μέ τόσο ὡραῖα καί ἁπλᾶ λόγια στά παιδιά μου. Προσπαθῶ νά γίνω καλύτερος ἄνθρωπος μέσα ἀπό τήν διδασκαλία τῶν Ἁγίων. Σέ κάθε μάθημα βλέπω τά δικά μου λάθη καί ἔχω τύψεις γιά τόν ἑαυτό μου. Τά παιδιά μου ἀκοῦνε καί μαθαίνουν πολλά καί εἶναι πιό ὑπάκουα καί καλά παιδιά. Ὅταν τά ρώτησα, "τί σᾶς ἀρέσει στό μάθημα;" μοῦ ἀπάντησαν: "Ἀκοῦμα καί μαθαίνουμε πράγματα πού δέν γνωρίζουμε καί αὔριο θά μπορέσουμε νά τά μοιραστοῦμε μέ τούς φίλους μας"! Σᾶς εὐχαριστῶ πολύ πού μᾶς δίνετε τά φῶτα σας, ὁ Θεός νά σᾶς ἔχει πάντα καλά". (21/2/2011. Ὄλγα Δ., μητέρα τριῶν παιδιῶν, ἐτῶν 30).

"Ὁ ἄνθρωπος ζῆ νά μαθαίνει. Ἐμεῖς δέν εἴμαστε μορφωμένοι, τά λόγια πού ἀκοῦμε ἐδῶ εἶναι θεϊκά. Ὁ ἄνθρωπος δέν πρέπει νά ξεχνᾶ τό σπίτι τοῦ Θεοῦ (τήν Ἐκκλησία), ὅταν δέν ξεχνᾶς τόν Θεό καί Αὐτός δέν θά σέ ξεχάσει. Ὁ θεολόγος τά διαβάζει γιά μᾶς καί μᾶς τά λέει, διότι ἐμεῖς δέν μποροῦμε νά διαβάσουμε καί εἶναι πολύ σημαντικό γιά μᾶς πού δέν ξέρουμε γράμματα. Ἐγώ ἀπό μικρός δέν κρατοῦσα τήν νηστεία, δέν ξέραμε, μᾶς στείλανε ἐξορία καί δέν εἴχαμε ἐκκλησία 8 χρόνια. Ἀργότερα πηγαίναμε στήν ἐκκλησία πού ἦταν στήν πόλη, σηκωνόμουν στίς 5 τό πρωΐ. Εἶναι πολύ σημαντικό γιά μᾶς νά ἀκοῦμε τά λόγια τῆς σοφίας τοῦ Θεοῦ. Καί κάτι πού κατά τήν γνώμη μου πρέπει νά μάθει ὁ κόσμος: Στήν ἐκκλησία δέν καθόμαστε, ὅλοι πρέπει νά εἴμαστε ὄρθιοι, ἐκτός ἀπό τούς ἀρρώστους". (27/2/2011. Γεώργιος Κ. Συνταξιοῦχος, πρόσφυγας ἀπό τήν τ. Σοβιετική Ἕνωση, ἐτῶν 77).

"Ἔρχομαι στή Σχολή γιά νά ἐνημερώνομαι γιά τά θέματα τῆς Πίστεως πού δέν γνωρίζω. Οἱ συναντήσεις ώφελοῦν τήν ψυχή μου καί βοηθοῦν στήν πνευματική μου ἀνάταση". (Σοφία Κ., Οἰκοκυρά, ἐτῶν 59).

"Ἡ παρουσία μου στή Σχολή θεωρῶ, ὅτι εἶναι τροφή τῆς ψυχῆς μου. Στίς συναντήσεις ἐνημερωνόμαστε πάνω στά ζητήματα τῆς Πίστεως καί αὐτό μᾶς βοηθάει νά μένουμε σταθεροί στήν Πίστη μας καί στήν Ὀρθοδοξία. Ἀνυπονομοῦμε γιά κάθε νέα συνάντηση καί θέλουμε νά συνεχιστοῦν". (Σοφία Κ., Οἰκοκυρά, ἐτῶν 62).

"Μέσα στίς συνάξεις πού κάνουμε, βρίσκουμε μία πνευματική ὄαση πού μᾶς χαρίζεται σέ κάθε ὁμιλία... Θέλω νά γίνεται ἐνημέρωση καί γιά θέματα πού ἀφοροῦν τήν Πολιτεία, ὅπως γιά τήν Κάρτα τοῦ Πολίτη πού προτίθεντε νά μᾶς ἐπιβάλλουν". (Κυριάκος Κ., Οἰκοδόμος, ἐτῶν 55).

"Ἡ Σχολή αὐτή κατά τήν ἄποψή μου ἔπρεπε νά εἶχε γίνει ἀπό καιρό. Διότι εἶναι ἀρκετός χρόνος πού στήν ἐνορία μας δέν γίνεται Κατηχητικό Σχολεῖο. Στά μαθήματα πού κάνουμε μαθαίνουμε πολλά πράγματα πού δέν γνωρίζαμε καί αὐτό μᾶς βοηθάει νά γίνουμε καλύτεροι ἄνθρωποι στήν κοινωνία καί καλύτεροι Χριστιανοί. Οἱ συναντήσεις αὐτές πιστεύω ὅτι εἶναι τροφή γιά τήν σωτηρία τῆς ψυχῆς μας. Ἐλπίζω νά συνεχιστοῦν γιά ἀρκετό καιρό αὐτά τά μαθήματα, διότι πραγματικά μᾶς ὠφελοῦν..." (19/2/2011. Μαρία Δ., Οἰκοκυρά, ἐτῶν 32).

"Τά μαθήματα στή Σχολή εἶναι πολύ χρήσιμα. Μαθαίνουμε πράγματα πολύ σημαντικά γιά κάθε Χριστιανό καί συζητῶντας ἀναπτύσσονται ἀπόψεις πού μᾶς προβληματίζουν. Ἀναμφίβολλα οἱ γνώσεις τῶν... μᾶς βοηθοῦν νά καταλάβουμε θέμετα πού διαφορετικά δέν θά ἀγγίζαμε κἄν. Μέ τήν λειτουργία τῆς Σχολῆς ἀποκτήσαμε νέους φίλους, μέ τούς ὁποίους ἔχουμε κάτι κοινό, τήν Ὀρθοδοξία. Εὔχομαι νά συνεχιστεῖ ἡ λειτουργία της, διότι μᾶς βοηθάει νά γίνουμε καλύτεροι Χριστιανοί". (20/2/2011. Γεώργιος Σ., Μηχανικός Πληροφορικῆς, ἐτῶν 40).

"Τά Θρησκευτικά στό σχολεῖο ἦταν τό ἀγαπημένο μου μάθημα, κάθε ἑβδομάδα περίμενα μέ ἀνυπομονησία νά τό παρακολουθήσω. Τώρα πιά ἔχω τελειώσει τό σχολεῖο, ὅμως ἀπό τότε πού ξεκίνησα νά παρακολουθῶ τό Κυριακάτικο μάθημά μας, τό βρίσκω ἀρκετά ἐνδιαφέρον, περισσότερο καί ἀπό τοῦ σχολείου. Τό μάθημα πού γίνεται κάθε Κυριακή στό ἐκκλησάκι τῆς Παναγίας Παραμυθίας, τό βλέπω σάν μάθημα ζωῆς. Τό κλῖμα εἶναι τόσο ζεστό, πού δέν θέλεις νά τελειώσει αὐτή ἡ ὥρα. Τά λόγια πού ἀκοῦμε εἶναι τόσο σπουδαῖα καί πολύτιμα, πού πιστεύω θά μέ βοηθήσουν στήν ὑπόλοιπη ζωή μου. Σχετικά με τίς προτάσεις γιά καλύτερη λειτουργία τῆς Σχολῆς θά ἤθελα σέ ἑπόμενα μαθήματα: Νά ἀσχοληθοῦμε μέ τά Μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας μας (τί συμβαίνει ὅταν παρακολουθοῦμε χωρίς νά καταλαβαίνουμε τά λόγια καί τίς κινήσεις τοῦ Λειτουργοῦ;). Νά ἀναλύσουμε τίς Δέκα Ἐντολές, διότι δέν εἶναι τά πράγματα ὅπως τά ἔχουμε ἀκούσει, δηλάδη μέ τό "οὐ φονεύσεις" νά ἐννοῦμε μόνον τό φόνο ἑνός ἀνθρώπου, ἐνῶ πίσω ἀπό τήν ἐντολή κρύβονται 100 ἄλλες ἁμαρτίες, ὅπως τό νά σκοτώσεις κάποιον πνευματικά. Νά διδαχθοῦμε πῶς πρέπει νά ζῆ ὁ Χριστιανός, μέ τό νέο μοντέλο ζωῆς (life style) πού προβάλλει ἡ καθημερινότητα πηγαίνουμε κατά διαβόλου καί ὄχι πρός τόν Θεό. Νά κάνουμε ἀναλύσεις τοῦ Εὐαγγελίου, διότι κάποιοι νομίζουν ὅτι αὐτά πού λέγονται εἶναι τῶν Ἱερέων, νά μάθουμε τήν διδασκαλία καί τήν ἐρμηνεία τῶν Πατέρων. Νά δώσουμε βάση στή συμπεριφορά μας μέσα στήν ἐκκλησία, στήν ἐνδυμασία μας, στό πῶς μπαίνουμε καί πῶς στεκόμαστε. Καί τέλος, νά διδαχθοῦμε καί γιά τά μετά θάνατον (τί ὑπάρχει, τί ἔχει πεῖ ὁ Χριστός καί οἱ Ἅγιοι, τί λέει τό Εὐαγγέλιο καί τά βιβλία τῆς Ἐκκλησίας; Τί νάνει τήν ψυχή νά ἠρεμεῖ, ἄν ἠρεμεῖ...(22/2/2011. Μαρία Χ., Σπουδάστρια, ἐτῶν 19).

"Οἱ ὥρες τῆς Κυριακῆς στή Σχολή, γεμίζουν τήν καρδιά καί τήν ψυχή μας μέ ἀγάπη, ὑπομονή, συγχωρητικότητα καί εὐγνωμοσύνη πρός ὅλους τούς ἀνθρώπους. Μᾶς δίνουν δύναμη νά ἀντιμετωπίσουμε τίς δυσκολίες τῆς καθημερινότητας, μέ περισσότερη ὑπομονή, χωρίς νά γογγύζουμε μέ τό παραμικρό. Σιγά-σιγά ἀποχωριζόμαστε τίς ἀνούσιες ἀσχολίες πού καλλιεργοῦν τήν φιλαυτία, τόν ἐμπαιγμό, τήν κακία, τόν θυμό, τήν φιλαρέσκεια καί τήν φιλοδοξία καί ἀρχίζουμε νά ἐνδιαφερόμεθα περισσότερο γιά τήν καλυτέρευση τοῦ ἑαυτοῦ μας. Μέσα ἀπό τούς βίους τῶν Ἁγίων μας μαθαίνουμε τήν ἀτέλειωτη ἀγάπη καί ὑπομονή πρός τούς συνανθρώπους μας καί τήν ἀληθινή ἀγάπη πρός τόν Δημιουργό μας. Οἱ βίοι τῶν Ἁγίων ἀγγίζουν καί μαλακώνουν ὅλες τίς καρδιές". (26/2/2011. Εὐτυχία Ν., Ἐκπαιδευτικός - Πολιτικός Μηχανικός, 25 ἐτῶν).

 "Ἡ  Σχολή  εἶναι  ἕνα  σχολεῖο  ζωῆς. Ἀκοῦμε  καί  μαθαίνουμε  πολλά  καί  σημαντικά  πράγματα, ἀνοίγει  τό  μυαλό  μας  καί  ἡ  σκέψη  μας. Μαθαίνουμε  μέ  ποιούς  τρόπους  πρέπει  νά  προσευχόμαστε  στό  Θεό, νά  Τόν  παρακαλοῦμε  γιά  τήν  σωτηρία  τῆς  ψυχῆς  μας, ἀλλά  καί  τῶν  συναθρώπων  μας. Νά  μήν  ἐνδιαφερόμεθα  μόνον  γιά  τά  ἐπίγεια  ἀγαθά  καί  γιά  τά  ὑλικά  πράγματα, ἀλλά  νά  ἀγωνιζόμαστε  καί  νά  ἐλπίζουμε  καί  γιά  τά  ἐπουράνια. Καί  σ' αὐτό  θά  μᾶς  βοηθήσει  ἡ  προσευχή, ἡ  νηστεία, οἱ  καλές  πράξεις  καί  ἡ  ἐλεημοσύνη.  Ἐσεῖς  μᾶς  τά  μαθαίνετε  καί  ἐμεῖς  σάν  καλοί  μαθητές  θά  προσπαθήσουμε  νά  γίνουμε  λίγο  καλύτεροι  ἄνθρωποι" (23/3/2011. Παρασκευή Δ. Οἰκοκυρά, 56  ἐτῶν).

"Ὅσες  φορές  μοῦ  δόθηκε  ἡ  εὐκαιρία  νά  παρευρεθῶ  στήν  σύναξη  τῆς  Σχολῆς, γέμισα  μέ  πνευματική  χαρά  καί  δύναμη  γιά  τίς  δυσκολίες  τῆς  ζωῆς  μου. Θά  ἤθελα  νά  ὑπάρχει  ἡ  δυνατότητα  νά  συνεχιστεῖ  ἡ  Σχολή  καί  νά  μπορῶ  νά  παρευρίσκομαι  στήν  σύναξη, νά  ἀποκομίζω  πνευματικά  ὠφέλη" (10/4/2011. Μαγδαληνή  Μ. Οἰκοκυρά,   67  ἐτῶν).




Σάββατο 19 Μαρτίου 2011

ΕΙΚΟΣΤΗ ΠΡΩΤΗ ΣΥΝΑΝΤΗΣΙΣ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΚΑΤΗΧΗΤΙΚΗΣ ΣΧΟΛΗΣ - ΕΣΠΕΡΙΝΟΣ ΚΑΙ ΕΚΔΗΛΩΣΙΣ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ

Ἡ εἰκοστή πρώτη συνάντησις τῆς Ὀρθοδόξου Κατηχητικῆς Σχολῆς συνδιάσθηκε μέ τόν Πανηγυρικό Ἑσπερινό τῆς Κυριακῆς τῆς Ὀρθοδοξίας (28η Φεβρουαρίου/13η Μαρτίου τ.ἔ. 2011) καί τήν ἐκδήλωση πρός τιμήν τῆς Ἁγίας Ὀρθοδόξου Πίστεως καί τῆς νίκης τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας κατά τῶν παντοειδῶν αἱρέσεων, ἡ ὁποία συνηθίζεται κατά τήν ἡμέρα αὐτή. Τό πρωΐ τῆς Κυριακῆς τελέσθηκε ἡ Θεία Λειτουργία, ἀναγνώσθηκε τό Συνοδικό τῆς Ὀρθοδοξίας καί ἔγινε λιτάνευσις τῶν Ἱερῶν Εἰκόνων σέ ὅλους τούς ναούς τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως (ἡ φωτογραφία δεξιά ἀπό τόν Ἱ. Ν. ἁγ. Σπυρίδωνος Καρέας, ὅπου ἱερούργησε ὁ Σεβ. Μητροπολίτης κ. Κήρυκος, βοηθούμενος ὑπό τοῦ πολιοῦ Πρωθιερέως π. Θωμᾶ Κοντογιάννη. Δεξιά ἀπό τόν Ἱ. Ν. ἁγ. Δημητρίου Ἀχαρνῶν, ὅπου ἱερούργησε ὁ Ἱερεύς π. Ἀνδρέας Σίντνιεβ).
Ἡ ἑσπερινή πανηγυρική ἐκδήλωσις φιλοξενήθηκε στόν Ἱ. Ν. ἁγ. Δημητρίου. Μετά τόν πανηγυρικό Ἑσπερινό, παρουσίᾳ πυκνοῦ ἀκροατηρίου, ὁ Σεβ. Μητροπολίτης κ. Κήρυκος καί ὁ Θεολόγος Καθηγητής κ. Ἐλευθέριος Γκουτζίδης, ἀνέπτυξαν θέματα Ὀρθοδόξου Ὁμολογίας - Ἐκκλησιολογίας καί ἐνημέρωσαν τούς παρισταμένους ἐπί συγχρόνων ἐκκλησιαστικῶν προβλημάτων. (Οἱ τρεῖς δημοσιευόμενες φωτογραφίες ἀπό τήν ἑσπερινήν ἐκδήλωσιν).

Στήν συνέχεια δημοσιεύουμε δύο χαρακτηριστικά ἀποσπάσματα ἀπό κείμενο τοῦ Πρωτ. Γ. Μεταλληνοῦ, Ὁμοτίμου Καθηγητοῦ τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν, σχετικά μέ τό Συνοδικό τῆς Ὀρθοδοξίας καί τήν ἀνάγκη τῶν συγχρόνων Ὀρθοδόξων νά εἷναι ἐνημερωμένοι ἐπί τῶν συγχρόνων ὁμολογιακῶν - ἐκκλησιολογικῶν προβλημάτων:

"...Το Συνοδικό είναι η συνέχεια του Συμβόλου της Πίστεως. Άρχισε να συντάσσεται στην Σύνοδο του 843, που έγινε η αναστήλωση των Αγίων Εικόνων και ολοκληρώθηκε τον 14ον αι., στην εποχή του Αγ. Γρηγορίου του Παλαμά, περι­λαμβάνοντας και όλες τις μεταγενέστερες, μετά το 843, αιρέσεις. Το Συνοδικό της Ορθοδοξίας είναι προέκταση, επέκταση του Συμβόλου της Πίστεως. Ο μακαρίτης ο Κοραής, ο οποίος θέλησε να διαμορφώσει όλον τον Ελληνικό βίο, έλεγε: «Δέχο­μαι το Σύμβολο της Πίστεως, άρα είμαι Ορθόδοξος»! Αλλά και οι Προτεστάντες και οι Παπικοί, έστω με την μικρή αλλαγή, που έχει μεγάλη σημασία βέβαια, του Filioque, το ίδιο Σύμβο­λο δέχονται. Εκείνο που χαρακτηρίζει την Ορθοδοξία είναι η συνέχεια του Συμβόλου της Πίστεως και σ' αυτήν ανήκει το κείμενο του Συνοδικού της Ορθοδοξίας...

...Θα μου επιτρέψετε, μιλώντας για θεολογικά θέματα να πω ότι είναι υπόθεση όχι επαγγελματιών της Θεολογίας, αλλά είναι υπόθεση όλου του Σώματος, όπως η Πίστις μας τον 19ο αι. ήταν υπόθεση και του αγραμμάτου – σχολικά - Μακρυγιάννη. Χριστιανός Ορθόδοξος, ο οποίος δεν ζητεί να ενημερωθεί και να κατανοήσει τα προβλήματα της Πίστεως, δεν είναι Ορθόδοξος. Γι' αυτό διάφοροι χώροι που παρουσιάζονται ως Ορθόδοξοι από τον 19ο αι. μέχρι σήμερα, ασχολούνται με ηθικολογικά, με ηθικιστικά προβλήματα και νομίζουν ότι η ενασχόληση με τα δογματικά - λόγω των σφαλμάτων του Μακράκη - θα οδηγήσει σε παρεκτροπές. Όχι αδελφοί μου, με ταπείνωση, με φόβο Θεού και με την στήριξη των Γερόντων, των Πνευματικών μας, πρέπει να επιδιώκουμε να κατανοήσουμε τα θεολογικά προ­βλήματα και τη σημασία τους...".

ΕΙΚΟΣΤΗ ΣΥΝΑΝΤΗΣΙΣ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΚΑΤΗΧΗΤΙΚΗΣ ΣΧΟΛΗΣ - ΕΣΠΕΡΙΝΟΣ ΤΗΣ ΣΥΓΧΩΡΗΣΕΩΣ - ΣΥΝΕΣΤΙΑΣΙΣ

Μέ τήν βοήθεια τοῦ Ἁγίου Θεοῦ πραγματοποιήθηκε τό ἑσπέρας τῆς Κυριακῆς 20ης Φεβρουαρίου/5ης Μαρτίου τ. ἔ. 2011, ἡ 20ή συνάντησις τῆς Ὀρθοδόξου Κατηχητικῆς Σχολῆς. Προηγήθηκε ὁ Ἑσπερινός τῆς Συγχωρήσεως στό Παρεκκλήσιο Παναγίας Παραμυθίας, τοῦ ὁμωνύμου Ἡσυχαστηρίου Ἀχαρνῶν, χοροστατοῦντος τοῦ Σεβ. Μητροπολίτου κ. Κηρύκου. Στήν συνέχεια καί παρουσίᾳ πυκνοῦ ἀκροατηρίου ὁ Σεβ/τος ἀνέλυσε τό ὑμνογραφικό "ἐκάθησεν Ἀδάμ ἀπέναντι τοῦ Παραδείσου". Στήν ἀνάλυσή του ὁ Σεβ/τος ἀναφέρθηκε στήν θέση καί διδασκαλία Ἁγίων τῆς Ἐκκλησίας Πατέρων ἐπί τοῦ θέματος τῆς πτώσεως τῶν Πρωτοπλάστων καί τῶν συνεπειῶν της στήν ἐξέλιξη καί πορεία τοῦ ἀνθρωπίνου Γένους.
Μετά τήν ὁμιλία οἱ συμμετέχοντες παρεκάθησαν σέ συνεστίαση, στό φιλόξενο Ἀρχονταρίκι τοῦ Ἡσυχαστηρίου, ὅπου - κατά τό πρότυπο τῶν πανυχίδων τῶν μονῶν, γεύθηκαν ὑλικῶν, ἀλλά καί πνευματικῶν ἀγαθῶν, "ἐν ὕμνοις καί ὠδαῖς πνευματικαῖς" καί ἀνεχώρησαν "εἰς τά ἴδια" γιά νά ἀγωνισθοῦν "τό κατά δύναμιν ἕκαστος εἰς τό στάδιον τοῦ Ἁγίου Τριημέρου καί τῆς Καθαρᾶς Ἑβδομάδος".

Δευτέρα 28 Φεβρουαρίου 2011

ΔΕΚΑΤΗ ΕΝΝΑΤΗ ΣΥΝΑΝΤΗΣΙΣ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΚΑΤΗΧΗΤΙΚΗΣ ΣΧΟΛΗΣ

Πραγματοποιήθηκε μέ τήν βοήθεια τοῦ Θεοῦ ἡ 19η Συνάντησις τῆς Ὀρθοδόξου Κατηχητικῆς Σχολῆς, τό ἑσπέρας τῆς Κυριακῆς τῶν Ἀπόκρεω (14ης/27ής Φεβρουαρίου 2011). Ἡ συνάντησις πραγματοποιήθηκε στό νέο Ἐντευκτήριο - Αἴθουσα Συναντήσεων τῆς Σχολῆς, στό παρακείμενο τοῦ Ἱ. Ν. Παναγίας Σουμελᾶ καί τοῦ Ἱ. Ἡσυχαστηρίου Παναγίας Παραμυθίας ἀνακαινισμένο ἐκκλησιαστικό κτήριο, τό ὁποῖο μέ ἀπόφαση τοῦ Σεβ. Μητροπολίτου κ. Κηρύκου θά συστεγάσει τίς δραστηριότητες τῆς Σχολῆς καί τά Γραφεῖα τῆς Μητροπολιτικῆς Περιφερείας Ἀχαρνῶν. Τῆς Συναντήσεως προηγήθηκε ὁ Ἑσπερινός στό Παρεκκλήσιο τῆς Παναγίας Παραμυθίας.

Τό θέμα τῆς Συναντήσεως, τό ὁποῖο παρουσίασε ὁ Καθηγητής κ. Ἀντ. Μάρκου, ἦταν "Ἡ Δευτέρα Παρουσία τοῦ Κυρίου κατά τό ὅραμα τοῦ ἁγ. Νήφωνος Ἐπισκόπου Κωνσταντιανῆς" καί ἀναπτύχθηκε μέ βάση τό σχετικό ἀπόσπασμα τοῦ βιβλίου «Βίος ἑνός Ἀσκητή Ἐπισκόπου, τοῦ Ἁγίου Νήφωνος Ἐπισκόπου Κωνσταντιανῆς», (16η ἔκδοση Σταυροπηγιακῆς καί Συνοδικῆς Ἱ. Μ. Ἁγίου Συµεών τοῦ Νέου Θεολόγου, Ἐκδοτική Παραγωγή ΕΠΤΑΛΟΦΟΣ Α.Β.Ε.Ε.).

Ὁ ἅγ. Νήφων κατά τόν Ἕλληνα Ἁγιολόγο Σωφρόνιο Εὐστρατιάδη, Μητροπολίτη πρ. Λεοντοπόλεως, ἀναφερόμενος στόν Βίο τοῦ Ἁγίου (ὁ ὁποῖος κατά τήν γνώμη του ἐγράφη τόν ὄγδοο ἤ ἔννατο μ. Χ. αἰ.) γράφει, ὅτι "ἀποκαλύπτει ἡμῖν ἀρχαῖον Ἱεράρχην τῆς Ἀλεξανδρινῆς Ἐκκλησίας, τέως ἄγνωστον, ἐν ἁγιότητι βίου διαπρέψαντα, πολλῶν ἀξιωθέντα θείων ὀπτασιῶν καί μαρτυρηθέντα ὡς Ἅγιον ὑπό τοῦ Μεγάλου Ἀθανασίου, ὅστις κατά τάς ὑστάτας τοῦ Ὁσίου στιγμάς, παρεκάλει αὐτόν νά μνησθῆ καί αὐτοῦ ἐν ἧ ὥρᾳ προσκυνήσῃ τῶ Θεῶ καί πᾶσι τοῖς Ἀγγέλοις Αὐτοῦ". Ὁ δέ "Νέος Ἑλληνομνήμων" μνημονεύει στούς Ἐπισκοπικούς Καταλόγους "Νήφωνα Κωνσταντιανῆς τῆς κατά Ἀλεξάνδρειαν".
Ὁ Βίος τοῦ ἁγ. Νήφωνος διασώζεται σέ ἑπτά συνολικά χειρόγραφους κώδικες. Τόν Βατικάνιο 2086, τόν περγαμηνό τῆς Κρυπτοφέρης Ρώμης Δ. δ. 11 (τοῦ 13ου αἰ.), τόν Βατοπεδινό 618 (φ. 143 - 159), τούς Λαυρεωτικούς Ι 23 (φ. 228 - 278), Λ 66 (φ. 32 - 58) καί Β 81 (φ. 1 -155) καί τόν Διονυσιατικό 198 τοῦ ἔτους 1334. Τόν κώδικα αὐτό ἀνεκάλυψε στήν Βιβλιοθήκη τῆς Μονῆς Διονυσίου Ἁγίου Ὄρους ὁ λόγιος Μοναχός Λάζαρος Διονυσιάτης, ὁ ὁποῖος ἀφοῦ τόν ἀντέγραψε, διέθεσε τό δικό του χειρόγραφο στήν Ἱ. Μ. Παρακλήτου Ὠρωποῦ, ἀπό τήν ὁποία (καθώς ἐπίσης καί τήν Ἱ. Μ. ἁγ. Συμεών τοῦ Νέου Θεολόγου Καλάμου), ἔτυχε πολλῶν μέχρι σήμερα ἐκδόσεων.
Ὁ ἅγ. Νήφων γεννήθηκε στήν Ἀλεξάνδρεια τόν 3ο μχ. αἰ. Ἦταν γόνος ἀρχοντικῆς οἰκογενείας καί σέ ἡλικία 8 ἐτῶν ἦρθε στήν ΚΠολη γιά σπουδές, φιλοξενούμενος στό ἀῤχοντικό τοῦ Στρατηγοῦ Διοικητή τῆς Αἰγύπτου Σαββατίου, ἐπί τῶν ἡμερῶν τοῦ Μεγ. Κωνσταντίνου.
Μετά τίς σπουδές του ὁ νεαρός ἀντί νά ἐπιστρέψει στήν πατρίδα του, περιέπεσε σέ πολλά καί σοβαρά ἁμαρτήματα ἀσώτου καί ἀκολάστου ζωῆς, μέχρις ὅτου ἡ Χάρις τοῦ Θεοῦ τόν ἀπάλλαξε ἀπό τήν ἐπιρροή τοῦ πονηροῦ δαίμονος καί τόν ὁδήγησε σέ μετάνοια. Ἔκτος ὁ Νήφων ἔζησε στήν Πόλη μέ μεγάλη μετάνοια καί καρπούς μετανοίας καί ἀξιώθηκε πολλῶν θεοσημειῶν, ὁραμάτων καί θείων ἐμφανίσεων.
Ἐπίσκοπος ἀναδείχθηκε σέ μεγάλη ἡλικία ἀπό τόν Ἀρχιεπίσκοπο Ἀλεξανδρείας ἅγ. Ἀλέξανδρο, μετά ἀπό ἐμφάνιση τοῦ Ἀποστόλου Παύλου. Στήν χειροτονία του σέ Ἐπίσκοπο Κωνσταντιανῆς συμμετεῖχε καί ὁ Μέγας Ἀθανάσιος ὡς Διάκονος. Ὁ Ἅγιος κοιμήθηκε εἰρηνικά στήν ἕδρα του καί ἡ μνήμη του τιμᾶται τήν 23η Δεκεμβρίου.
Τό ὅραμα τῆς Δευτέρας Παρουσίας τό εἶδε ὁ Ἅγιος στήν ΚΠολη καί ἐνῶ ἦταν ἀκόμη λαϊκός. Μάλιστα βρισκόταν σέ ἔκσταση γιά διάστημα δύο ἑβδομάδων! Στή συνέχεια καταχωρεῖται τό ὅραμα τοῦ ἁγ. Νήφωνος (σέ μονοτονικό σύστημα, γιά λόγους τεχνικούς).
…Μια βραδιά, αφού τελείωσε (ο Άγιος) την καθιερωµένη νυχτερινή του προσευχή, ξάπλωσε να κοιµηθεί πάνω στις πέτρες του, όπως πάντα. Ήταν µεσάνυχτα και αγρυπνούσε ακόµη, κοιτάζοντας το φεγγάρι και τα αστέρια στον ουρανό.
Μόνος καθώς ήταν, αναλογίσθηκε τις αµαρτίες του και θρηνούσε γοερά, γιατί έφερνε στον νου του τη φοβερά ώρα της Κρίσεως. Έξαφνα βλέπει να αποτραβιέται το στερέωµα του ουρανού σαν σεντόνι. Και να παρουσιάζεται ο Κύριος Ιησούς Χριστός σε πελώριες διαστάσεις. Στεκόταν στους αιθέρες περικυκλωµένος απ’ όλες τις ουράνιες στρατιές: Άγγελοι, Αρχάγγελοι, τάγµατα φοβερά και εξαίσια, παραταγµέναµε κάθε συστολή.
Ο Κύριος ένευσε στον Στρατηγό του ενός τάγµατος και εκείνος πλησίασε λαµπρός, φοβερός, µα και συνεσταλµένος:
«Μιχαήλ, Μιχαήλ, Άρχοντα της διαθήκης, παράλαβε µε το τάγµα σου τον πυρίµορφο θρόνο της δόξης µου και πήγαινε στην κοιλάδα του Ιωσαφάτ. Εκεί θα τον εγκαταστήσεις σαν πρώτο σηµάδι της Παρουσίας µου. Γιατί πλησιάζει η ώρα που θα λάβει καθένας κατά τα έργα του. Κάνε γρήγορα, έφτασε η στιγµή. Θα δικάσω αυτούς που προσκύνησαν τα είδωλα κι αρνήθηκαν Εµένα τον δηµιουργό τους. Αυτούς που λάτρεψαν τις πέτρες και τα ξύλα που τους έδωσα για τις ανάγκες τους. Όλοι τους θα συντριβούν ως σκεύη κεραµέως. Καθώς και οι εχθροί µου οι αιρετικοί που τόλµησαν να µε χωρίσουν από τον Πατέρα µου. Που τόλµησαν να υποβιβάσουν σε κτίσµα το Παράκλητο Πνεύµα. Αλλοίµονό τους, ποια κόλαση τους περιµένει!
Τώρα θα εµφανισθώ και στους Ιουδαίους που µε σταύρωσαν και δεν πίστεψαν στην θεότητά µου. Mου δόθηκε κάθε εξουσία, τιµή και δύναµη. Είµαι δικαιοκριτής. Τότε που ήµουνα πάνω στον Σταυρό έλεγαν: «Ουά! Ο καταλύων τον ναόν… σώσον σεαυτόν». Τώρα, εµοί εκδίκησις, εγώ ανταποδώσω. Εγώ θα κρίνω, θα ελέγξω και θα τιµωρήσω σκληρά το πονηρό και διεστραµµένο γένος, γιατί δεν µετάνοιωσε. Τους έδωσα ευκαιρίες να µετανοήσουν, αλλά τις περιφρόνησαν. Θα λάβω λοιπόν τώρα την εκδίκηση.
Το ίδιο θα κάνω και στους Σοδοµίτες, που βρώµισαν τη γη και τον αέρα µε την δυσωδία τους. Τους έκαψα τότε. Και πάλι θα τους ξανακάψω, γιατί µίσησαν την ηδονή του Αγίου Πνεύµατος και αγάπησαν την ηδονή του διαβόλου.
Θα τιµωρήσω εκείνους τους άφρονες και σκοτισµένους, που µοιάζουν σαν θηλυµανή άλογα. ∆εν αρκέσθηκαν στη νόµιµη συζυγία τους, αλλά στράφηκαν ανόητα στην µοιχεία και ο Σατανάς τους έριξε δεµένους στην άβυσσο του πυρός. ∆εν άκουσαν ότι φοβερό «το εµπεσείν εις χείρας Θεού ζώντος»; ∆εν φοβούνται το «εγώ το εµβρίµηµά µου αποτελέσω εις αυτούς»; Τους κάλεσα να µετανοιώσουν κι όµως δεν µετάνοιωσαν.
Θα καταδικάσω και τους κλέφτες που έκαναν ένα σωρό κακά, ακόµη και φόνους! Και όλους όσοι έπραξαν πλήθος αµαρτιών. Εγώ τους χάρισα ευκαιρίες για να αλλάξουν, αλλά δεν έδωσαν καµιά σηµασία. Που είναι τα καλά τους έργα; Τους έδειξα τον Άσωτο σαν τύπο και υπογραµµό – και πολλούς άλλους – για να µην αποθαρρύνονται στις αµαρτίες τους. Αλλ’ αυτοί καταφρόνησαν τις εντολές µου και µε αρνήθηκαν. Αποστράφηκαν Εµένα και υποδουλώθηκαν στην αµαρτία. Ας πορευθούν λοιπόν στη φλόγα που οι ίδιοι άναψαν.
Αλλά κι όσους πέθαναν µνησίκακοι, θα τους παραδώσω σε φοβερό κλύδωνα. Γιατί δεν πόθησαν την ειρήνη µου, αλλά στάθηκαν στη ζωή τους θυµώδεις, πικρόχολοι και οργίλοι.
Τους πλεονέκτες, τους τοκογλύφους και τους φιλάργυρους θα τους εξολοθρεύσω και θα ξεχύσω πάνω τους όλη µου την οργή, γιατί στήριξαν την ελπίδα τους στο χρυσάφι κι Εµένα µε αγνόησαν, σαν να µη φρόντιζα γι’ αυτούς.
Κι εκείνους τους ψευτοχριστιανούς, που ισχυρίζονταν ότι δεν υπάρχει Ανάσταση Νεκρών ή ότι γίνεται Μετεµψύχωση, θα τους λειώσω στη γεέννα σαν το κερί. Τότε θα πεισθούν για την Ανάσταση των Νεκρών.
Οι δηλητηριαστές, οι µάγοι κι όλοι οι όµοιοί τους θα βασανιστούν ανελέητα.
Αλλοίµονο και σ’ αυτούς που µεθάνε, γλεντοκοπάνε µε κιθάρες και τύµπανα, που τραγουδάνε, χορεύουν, αισχρολογούν και φαντάζονται πονηρά. Τους κάλεσα και δεν µε άκουσαν, αλλά µε καταγελούσαν. Τώρα το σκουλήκι θα τους κατατρώει την καρδιά. Σ’ όλους χάρισα έλεος και µετάνοια, µα κανένας δεν έδινε τότε προσοχή.
Θα βυθίσω στο σκοτάδι κι όσους περιφρόνησαν τις Αγίες Γραφές, που τις έγραψε το Πνεύµα µου δια µέσου των Αγίων.
Θα κρίνω ακόµη κι αυτούς που ασχολούνται µε προλήψεις και δεισιδαιµονίες και στηρίζουν τις ελπίδες τους σε µαχαίρια, αξίνες, δρεπάνια κι άλλα παρόµοια. Τότε θα µάθουν ότι έπρεπε να ελπίζουν στον Θεό κι όχι στα δηµιουργήµατά Του. Θα ταράζονται και θ’ αντιλέγουν τότε, αλλά δεν θα έχουν πια καµιά δύναµη, γιατί «εµοί εκδίκησις, εγώ ανταποδώσω».
Θα τιµωρήσω και τους Βασιλείς και τους Άρχοντες που µε πίκραιναν αδιάκοπα µε τις αδικίες τους. Έκριναν άδικα και περήφανα περιφρονώντας τους ανθρώπους. Και αυτοί µεν πληρώνονταν, η δική µου όµως εξουσία δεν δέχεται δωροδοκίες. Για την αδικία τους θα τους αφανίσω. Τότε θα καταλάβουν, ότι εγώ είµαι ο φοβερός που αφαιρώ τις εξουσίες των Αρχόντων. Θα καταλάβουν ότι είµαι φοβερότερος απ’ όλους τους Βασιλείς της γης. Ουαί σ’ αυτούς! Τι κόλαση τους περιµένει! Γιατί έτριξαν τα δόντια τους κι έχυσαν αθώο αίµα, το αίµα των παιδιών τους και των θυγατέρων τους.
Αλλά σε ποιαν οργή θα παραδώσω τους µισθωτούς, που δεν ήταν γνήσιοι ποιµένες; Που ρήµαξαν τον αµπελώνα µου και σκόρπισαν τα πρόβατά µου; Που ποίµαιναν χρυσάφι κι ασήµι – όχι ψυχές – και ζήτησαν την Ιερωσύνη από συµφέρον; Πόση θα είναι η τιµωρία τους; Πόσος ο οδυρµός; Θα ξεχύσω πάνω τους όλο το θυµό και την οργή µου και θα τους συντρίψω. Πρόβατα και βόδια φθαρτά φρόντισαν ν’ αποκτήσουν, μα τα δικά µου λογικά πρόβατα δεν τα νοιάσθηκαν. Θα τιµωρήσω µε ράβδο τις ανοµίες τους και µε µαστίγιο τις αδικίες τους.
Αλλά και τους Ιερείς που γελούν η φιλονικούν µέσα στις αγίες Εκκλησίες µου, τι θα τους κάνω; Θα τους συµµορφώσω στο πυρ και στον τάρταρο.
Ήρθα κι έρχοµαι. Όποιος έχει τη δύναµη ας µε αντιµετωπίσει. Αλλά ουαί κι αλλοίµονο σ’ αυτόν που όντας αµαρτωλός θα πέσει στα χέρια µου! Γιατί καθένας θα εµφανισθεί ενώπιόν µου γυµνός και τετραχηλισµένος. Που θα τολµήσει να φανερωθεί τότε η αναίδεια των αµαρτωλών; Πως θ’ αντικρίσουν το πρόσωπό µου; Που θα βάλουν τη ντροπή τους; Θα καταισχυνθούν µπροστά στις Άχραντες ∆υνάµεις µου.
Θα κατακρίνω όµως κι όσους µοναχούς αµέλησαν τα καθήκοντά τους και πρόδωσαν τις υποσχέσεις που έδωσαν ενώπιον Θεού, Αγγέλων και ανθρώπων. Άλλα υποσχέθηκαν κι άλλα έπραξαν. Απ’ το ύψος των νεφελών θα τους γκρεµίσω στην άβυσσο. ∆εν τους έφτανε η δική τους απώλεια, αλλά προξένησαν ολέθριο σκάνδαλο και σ’ άλλους. Ήταν καλύτερα γι’ αυτούς να µην απαρνηθούν τον κόσµο, παρά που τον απαρνήθηκαν κι έζησαν αισχρά, ανακατεµένοιµε την ασωτία. «Εµοί εκδίκησις, εγώ ανταποδώσω» σ’ όσους δεν θέλησαν να µετανοιώσουν. Εγώ θα τους κρίνω σαν δίκαιος Κριτής!...
»
Τα λόγια αυτά που βροντοφώνησε ο Κύριος στον Αρχιστράτηγο Μιχαήλ, γέµισαν δέος τις αναρίθµητες δυνάµεις των Αγγέλων.
Έπειτα πρόσταξε να του φέρουν τους Επτά Αιώνες της συστάσεως του κόσµου. Ο Μιχαήλ ανέλαβε την εκτέλεση κι αυτής της προσταγής. Γι’ αυτό πήγε αµέσως στο Οίκο της Διαθήκης και τους έφερε. Ήταν σαν µεγάλα βιβλία και τα τοποθέτησε µπροστά στον Κριτή. Έπειτα στάθηκε παράµερα παρατηρώντας µε ευλάβεια πως ξεφυλλίζει ο Κύριος την Ιστορία των Αιώνων.
Πήρε Εκείνος τον πρώτο Αιώνα, τον άνοιξε και διάβασε:
«Ο Πατήρ, ο Υιός και το Άγιο Πνεύµα, ένας Θεός σε Τρία Πρόσωπα. Από τον Πατέρα γεννήθηκε ο Υιός και δηµιουργός των αιώνων. ∆ιότι µε τον Λόγο του Πατρός, τον Υιό, έγιναν οι Αιώνες, δηµιουργήθηκαν οι Ασώµατες ∆υνάµεις και στερεώθηκαν οι ουρανοί, η γη, τα καταχθόνια, η θάλασσα, οι ποταµοί και πάντα τα εν αυτοίς
Έπειτα διάβασε λίγο παρακάτω:
«Εικόνα του αόρατου Θεού είναι ο πρώτος άνθρωπος, ο Αδάµ, µε τη γυναίκα του, την Εύα. Στον Αδάµ δόθηκε µια εντολή από τον Παντοκράτορα Θεό και δηµιουργό όλων των ορατών και αοράτων. Είναι ένας νόµος που πρέπει να τηρηθεί µε κάθε ασφάλεια και ακρίβεια, ώστε να θυµάται τον Δηµιουργό του και να µην ξεχνάει, ότι υπάρχει Θεός από πάνω του».
Πάλι προχώρησε λίγο:
«Παράβαση στην οποία υπέπεσε η εικόνα του Θεού από απάτη ή µάλλον από απροσεξία και αµέλεια. Αµάρτησε ο άνθρωπος και διώχθηκε απ’ τον Παράδεισο µε δίκαιη κρίση και απόφαση του Θεού. ∆εν µπορεί να βρίσκεται µέσα σε τόσα αγαθά ο αχρείος παραβάτης!».
Πιο κάτω διάβασε:
«Ο Κάιν ρίχθηκε στον Άβελ και τον σκότωσε, κατά την βουλή του Διαβόλου. Οφείλει να καεί στη φωτιά της γεέννας, γιατί έµεινε αµετανόητος. Ενώ ο Άβελ θα ζήσει αιώνια».
Κατά τον ίδιο τρόπο ξεφύλλισε τα έξι βιβλία των Αιώνων. Πήρε τέλος το έβδοµο και διάβασε:
«Η αρχή του Εβδόµου Αιώνα σηµαίνει το τέλος των Αιώνων. Αρχίζει να γενικεύεται η κακία, η πονηρία κι η ασπλαχνία. Οι άνθρωποι του έβδοµου Αιώνα είναι πονηροί, φθονεροί, ψεύτες, με υποκριτική αγάπη, φίλαρχοι, υποδουλωµένοι στις Σοδοµίτικες αµαρτίες».
Προχώρησε λίγο, κάτι διάβασε κι έστρεψε αµέσως θλιµµένο το βλέµµα Του ψηλά, στήριξε το ένα χέρι στο γόνατο, με το άλλο σκέπασε το πρόσωπο και τα µάτια κι έµεινε συλλογισµένος σ’ αυτή τη στάση ώρα πολλή. Σε λίγο ψιθύρισε:
«Αλήθεια τούτος ο έβδοµος Αιώνας ξεπέρασε στην αδικία και την πονηρία όλους τους προηγούµενους».
∆ιάβασε παρακάτω:
«Οι Έλληνες και τα είδωλά τους γκρεµίσθηκαν µε το ξύλο, την λόγχη και τα καρφιά που έµπηξαν οι σταυρωτές στο ζωηφόρο Σώµα Μου».
Σώπασε µερικές στιγµές και πάλι έσκυψε στο βιβλίο.
«∆ώδεκα Άρχοντες του Μεγάλου Βασιλέως, λευκοί σαν το φως, συντάραξαν τη θάλασσα, στόµωσαν θηρία, έπνιξαν τους νοητούς δράκοντες, φώτισαν τυφλούς, χόρτασαν πεινασµένους και φτώχεψαν πλουσίους. Ψάρεψαν πολλές νεκρωµένες ψυχές ξαναδίνοντάς τους ζωή. Μεγάλος οµισθός τους!...» Κι έπειτα από λίγο:
«Εγώ ο Αγαπητός διάλεξα και Μάρτυρες Αθλοφόρους για χάρη Μου. Η φιλία τους έφτασε ως τον ουρανό και η αγάπη τους ως τον Θρόνο Μου! Ο πόθος τους ως την καρδιά Μου και η λατρεία τους µε φλογίζει δυνατά. Η δόξα και το κράτος Μου είναι µαζί τους!...».
Αφού γύρισε αρκετά φύλλα, ψιθύρις εµ’ ένα χαµόγελο ικανοποιήσεως:
«Ω πανέµορφη και πολύτιµη Νύµφη! Πόσοι αισχροί πάσχισαν να σε µολύνουν! Μα δεν πρόδωσες Εµένα το Νυµφίο σου!... Αµέτρητες αιρέσεις σε απείλησαν, αλλά η πέτρα που πάνω της είσαι θεµελιωµένη δεν σαλεύθηκε, γιατί «πύλαι άδου ου κατισχύσουσιν αυτής».
Πιο κάτω ήταν γραµµένες όλες οι αµαρτίες των ανθρώπων, όσες βρήκε ο θάνατος να µην έχουν ξεπλυθεί στη µετάνοια. Κι ήταν τόσες πολλές, σαν την άµµο της θάλασσας! Τις διάβασε ο Κύριος δυσαρεστηµένος και κουνούσε το κεφάλι του αναστενάζοντας.
Το αµέτρητο πλήθος των Αγγέλων στεκόταν περίτροµο από το φόβο της δίκαιης οργής του Κριτού. Όταν ο Κύριος έφτασε στη µέση του Αιώνα αυτού, παρατήρησε: «Τούτο το έσχατο βιβλίο είναι γεµάτο από τη δυσωδία των αµαρτιών, από τ’ ανθρώπινα έργα, που είναι όλα ψεύτικα και βρωµερά: Φθόνοι, φόνοι, ψεύδη, έχθρες, μνησικακίες. Φθάνει πια! Θα το σταµατήσω στη µέση. Να πάψει η κυριαρχία της αµαρτίας.
Και λέγοντας αυτά τα οργισµένα λόγια ο Κύριος έδωσε στον Αρχιστράτηγο Μιχαήλ το σύνθηµα για την Κρίση. Αυτοστιγµεί εκείνος µε το Τάγµα του πήραν τον υπέρλαµπρο και απερίγραπτο θρόνο κι έφυγαν. Ήταν το τάγµα τόσο πολυπληθές, ώστε η γη δεν το χωρούσε. Φεύγοντας βροντοφωνούσαν: «Άγιος, Άγιος, Άγιος, φοβερός και µέγας, υψηλός, θαυµαστός και δεδοξασµένος ο Κύριος στους αιώνες των αιώνων
Έπειτα αποχώρησε ο Γαβριήλ µε το Τάγµα του ψάλλοντας: «Άγιος, Άγιος, Άγιος Κύριος Σαβαώθ, πλήρης πάσα η γη της δόξης Αυτού»! Και απ’ αυτούς τους φοβερούς λόγους συγκλονίζονταν ο ουρανός και η γη.
Ακολούθησε ο τρίτος µέγας Αρχιστράτηγος, ο Ραφαήλ, με το Τάγµα του αναπέµποντας τον ύµνο: «Εις Άγιος, εις Κύριος, Ιησούς Χριστός, εις δόξαν Θεού Πατρός. Αµήν
Τέλος ξεκίνησε και η τέταρτη παράταξη. Ο Άρχοντάς της ήταν λευκός και λαµπερός σαν το χιόνι, με όψη γλυκειά. Φεύγοντας άρχισε κι αυτός να ψάλλει δυνατά: «Θεός θεών Κύριος ελάλησε και εκάλεσε την γην από ανατολών ηλίου µέχρι δυσµών. Εκ Σιών η ευπρέπεια τη ωραιότητος Αυτού. Ο Θεός εµφανώς ήξει, ο Θεός ηµών και ου παρασιωπήσεται. Πυρ ενώπιον αυτού προπορεύσεται και κύκλω αυτού καταιγίς σφόδρα.» Και συνέχεια τον υπόλοιπο ψαλµό. Ενώ οι αξιωµατούχοι του αποκρίνονταν: «Ανάστα ο Θεός κρίνων την γην, ότι συ κατακληρονοµήσεις εν πάσι τοις έθνεσι.» Ο αρχηγός αυτού του Τάγµατος ονοµαζόταν Ουριήλ.
Σε λίγο έφεραν ενώπιον του Κυρίου τον δοξασµένο Σταυρό Του, που έλαµπε σαν φοβερή αστραπή και σκόρπιζε άρρητη ευωδία. Τον συνόδευαν µε εξαιρετικές τιµές δύο Τάγµατα Εξουσιών και ∆υνάµεων. Το θέαµα ήταν συγκλονιστικά µεγαλόπρεπο. Οι πολυάριθµες δυνάµεις έψαλαν αρµονικά. Άλλοι έλεγαν µε µεγάλο δέος: «Υψώσω Σε ο Θεός µου ο Βασιλεύς µου και ευλογήσω το όνοµά Σου εις τον αιώνα». Άλλοι έλεγαν: «Υψούτε Κύριον τον Θεόν ηµών και προσκυνείτε τω υποποδίω των ποδών Αυτού, ότι Άγιος εστί. Αλληλούια, Αλληλούια, Αλληλούια!».
Έπειτα δόθηκε θεία διαταγή να έρθει πάλι ο κραταιός Άρχοντας Μιχαήλ για να παρουσιαστεί δίπλα στον Θρόνο του Κυρίου. Εκείνη τη στιγµή παρουσιάσθηκε ένας Άγγελος που κρατούσε µία βροντερή σάλπιγγα. Την πήρε ο Κριτής στα χέρια του, σάλπισε τρεις φορές κι είπε τρεις λόγους. Μετά την παρέδωσε στον Μιχαήλ: «Σε προστάζω να πάρεις το θείο σου Τάγµα και να σκορπισθήτε σ’ όλο τον κόσµο, για να µεταφέρετε πάνω σε νεφέλες τους Αγίους, απ’ την Ανατολή και τη Δύση, τον Βορρά και τον Νότο. Θα τους συγκεντρώσεις όλους για να υποδεχθούν την Παρουσία Μου, μόλις ηχήσει η σάλπιγγα».
Ύστερα απ’ όλα αυτά έρριξε ένα βλέµµα στη γη ο δίκαιος Κριτής και είδε. Οµίχλη και σκοτεινιά, θρήνος και ουαί και κοπετός πολύς. Φοβερή η τυραννία του Σατανά! Μανίαζε και φρίαττε ο δράκοντας, κατέστρεψε τα πάντα συντρίβοντάς τα σαν χορτάρι, γιατί έβλεπε τους Αγγέλους του Θεού να του ετοιµάζουν το αιώνιο πυρ.
Μόλις τα είδε ολ’ αυτά ο Κύριος, κάλεσε ένα πύρινο Άγγελο µε αυστηρή και φοβερή όψη, χωρίς λύπηση– ήταν Αρχηγός των Αγγέλων που επιβλέπουν το πυρ της κολάσεως– και του είπε: «Πάρε µαζί σου τη ράβδο Μου που δένει και συντρίβει. Πάρε κι αµέτρητους Αγγέλους απ’ το Τάγµα σου, τους πιο φοβερούς, που τάχθηκαν τιµωροί των κολασµένων. Θα πάτε στη νοητή θάλασσα, για να βρείτε τα ίχνη του ζοφερού Άρχοντα. Άρπαξέ τον µε ισχύ και κραταιότητα και χτυπά τον αλύπητα µε τη ράβδο µου, ώσπου να παραδώσει το τάγµα των πονηρών πνευµάτων. Κι αφού τους δέσεις όλους γερά µε την ισχύ της ράβδου, κατά τη διαταγή µου, θα του ρίξεις στις πιο άσπλαχνες και άγριες κολάσεις".
Και τότε πια, όταν όλα ήταν έτοιµα, έγινε νεύµα στον Αρχάγγελο που κρατούσε τη σάλπιγγα να σαλπίσει ηχηρά. Αµέσως απλώθηκε απότοµα νεκρική σιγή, σαν να ηρέµησαν τα σύµπαντα. Με το πρώτο σάλπισµα συναρµολογήθηκαν όλα τα σώµατα των νεκρών. Με το δεύτερο, Πνεύµα Κυρίου επανέφερε τις ψυχές µέσα στα νεκρά σώµατα. ∆έος και φρίκη κατέλαβε τα σύµπαντα. Τα ουράνια και τα επίγεια έτρεµαν. Και τότε αντήχησε το τρίτο και φοβερότερο σάλπισµα, που συγκλόνισε όλο τον κόσµο. Οι νεκροί αναστήθηκαν από τα µνήµατα εν ριπή οφθαλµού. Φοβερό θέαµα! Ξεπερνούσαν σε αριθµό και την άµµο της θάλασσας. Συγχρόνως σαν πυκνή βροχή κατέβαιναν απ’ τα ουράνια προς τον Θρόνο της ετοιµασίας τ’ Αγγελικά τάγµατα βροντοφωνώντας: «Άγιος, Άγιος, Άγιος Κύριος Σαβαώθ, πλήρης πάσα η γη φόβου και τρόµου».
Στεκόταν όλος ο λαός και το αναρίθµητο σύνταγµα των Αγγέλων περιµένοντας. Έτρεµαν και φρικιούσαν µπροστά στη φοβερή θεία εξουσία που κατέβαινε στη γη. Ενώ όµως όλοι κοίταζαν ψηλά, ξαφνικά άρχισαν να γίνονται σεισµοί, βροντές και αστραπές στην κοιλάδα της ∆ίκης και στον αιθέρα, ώστε κατατρόµαξαν όλοι. Τότε αποσύρθηκε σαν βιβλίο το στερέωµα του ουρανού και φάνηκε ο Τίµιος Σταυρός να λάµπει σαν το ήλιο και να σκορπίζει θείες µαρµαρυγές. Τον κρατούσαν οι Άγγελοι µπροστά από τον Κύριό µας Ιησού Χριστό και Κριτή της Οικουµένης, που ερχόταν.
Σε λίγο ακούγεται ένας ύµνος, ένα τραγούδι πρωτάκουστο: "Ευλογηµένος ο ερχόµενος εν ονόµατι Κυρίου. Θεός Κύριος, Κριτής, Εξουσιαστής, Άρχων Ειρήνης». Μόλις τελείωσε η βροντερή τούτη δοξολογία, εµφανίζεται ο Κριτής επί των νεφελών, καθισµένος σε θρόνο πύρινο. Με την πολλή Του καθάρια λαµπρότητα πυρπολούσε τον ουρανό και την γη.
Έξαφνα, μέσα απ’ το πλήθος των αναστηµένων νεκρών άρχισαν µερικοί ν’ αστράφτουν σαν ήλιοι! Αµέσως αρπάζοταν από τις νεφέλες στον αέρα για να συναντήσουν τον Κύριό τους. Οι περισσότεροι όµως απόµειναν κάτω. Κανείς δεν τους πήρε στον ουρανό!... Θρηνούσαν πικρά που δεν αξιώθηκαν ν’ αρπαχθούν κι αυτοί από τις νεφέλες κι ήταν φαρµάκι η λύπη και η οδύνη στις ψυχές τους. Έπεσαν όλοι γονατιστοί µπροστά στον Κριτή και πάλι σηκώθηκαν.
Είχε πια καθήσει στον Θρόνο ο φοβερός Κριτής και µαζεύτηκαν γύρω του όλες οι Δυνάµεις των Ουρανών µε φόβο και τρόµο. Όσοι είχαν αρπαχθεί απ’ τα σύννεφα προς απάντησή του, τοποθετήθηκαν στα δεξιά του. Οι υπόλοιποι οδηγήθηκαν στ’ αριστερά του Κριτού. Ήταν Ιουδαίοι, Άρχοντες, Αρχιερείς, Ιερείς, Βασιλείς και πολύ πλήθος µοναχών και λαϊκών. Στέκονταν καταντροπιασµένοι, ελεεινολογώντας τον εαυτό τους και θρηνώντας την απώλειά τους. Τα πρόσωπά τους ήταν εξαθλιωµένα και αναστέναζαν βαθιά συντριµµένοι. Σ’ όλους είχε απλωθεί νεκρικό πένθος. Και πουθενά δεν φαινόταν καµµιά παρηγοριά.
Όσοι όµως στέκοταν στα δεξιά του Κριτού ήταν όλοι φαιδροί, φωτεινοί σαν ήλιοι, σεµνοί, δοξασµένοι, λευκοί σαν το φως, πυρποληµένοι, λες, από µία θεόφωτη αστραπή. Έµοιαζαν – αν δεν είναι τολµηρό να το πει κανείς – σαν τον Κύριο και Θεός τους.
Παρευθύς έρριξε το βλέµµα του και απ’ τη µία και απ’ την άλλη µεριά ο φοβερός Κριτής. Στα δεξιά κοίταξε ευχαριστηµένος και χαµογέλασε. Όταν όµως γύρισε στ’ αριστερά Του ταράχθηκε, οργίσθηκε πολύ και απέστρεψε αµέσως το πρόσωπό Του. Τότε µε δυνατή και επίσηµη φωνή λέει στους «εκ δεξιών» Του:
«∆εύτε οι ευλογηµένοι του Πατρός µου, κληρονοµήσατε την ητοιµασµένην υµίν βασιλείαν από καταβολής κόσµου. Επείνασα γαρ και εδώκατέ µοι φαγείν, εδίψησα και εποτίσατέ µε, ξένος ήµην και συνηγάγετέ µε, γυµνός και περιεβάλετέ µε, ησθένησα και επεσκέψασθέ µε, εν φυλακή ήµην και ήλθετε προς µε
Παραξενεύτηκαν εκείνοι και ρώτησαν!
«Κύριε πότε σε είδοµεν πεινώντα και εθρέψαµεν ή διψώντα και εποτίσαµεν; Πότε δε σε είδοµεν ξένον και συνηγάγοµεν ή γυµνόν και περιεβάλοµεν; Πότε δε σε είδοµεν ασθενή ή εν φυλακή και ήλθοµεν προς σε
«Αµήν λέγω υµίν, εφ’ όσον εποιήσατε ενί τούτων των αδελφώνµου των ελαχίστων, εµοί εποιήσατε
Στρέφεται τότε προς τους «εξ ευωνύµων» και τους λέει µε δριµύτητα:
«Πορεύεσθαι απ’εµού οι κατηραµένοι εις το πυρ το αιώνιον, το ητοιµασµένον τω διαβόλω και τοις αγγέλοις αυτού. Επείνασα γαρ και ουκ εδώκατέ µοι φαγείν, εδίψησα και ουκ εποτίσατε µε, ξένος ήµην και ου συνηγάγετέ µε, γυµνός και ου περιεβάλετέ µε, ασθενής και εν φυλακή και ουκ επεσκέψασθέ µε
«Κύριε», τον ρώτησαν κι αυτοί απορηµένοι, «πότε σε είδοµεν και εν φυλακή και ου διηκονήσαµέν σοι
«Αµήν λέγω υµίν», τους απάντησε ο Κύριος, «εφ’ όσον ουκ εποιήσατε ενί τούτων των ελαχίστων, ουδέ εµοί εποιήσατε. Χαθείτε απ ’τα µάτια µου, καταραµένοι της γης! Στον τάρταρο, στον βρυγµό των οδόντων! Εκεί θα‘ναι ο θρήνος και ο οδυρµός, ο ατελείωτος" .
Μόλις έβγαλε αυτή την απόφαση ο Κριτής, αµέσως ξεχύθηκε απ’ την Ανατολή ένας τεράστιος πύρινος ποταµός, που κυλούσε ορµητικά προς την Δύση. Ήταν πλατύς σαν µεγάλη θάλασσα. Οι αµαρτωλοί απ’ τ’ αριστερά βλέποντάς τον κατατρόµαξαν κι άρχισαν να τρέµουν φρικτά απ’ την απελπισία τους. Μα ο αδέκαστος Κριτής πρόσταξε να περάσουν όλοι – δίκαιοι και άδικοι – μέσα απ’ τον φλεγόµενο ποταµό, για να τους δοκιµάσει το πυρ.
Άρχισαν πρώτα οι «εκ δεξιών», που πέρασαν όλοι και βγήκαν λαµπεροί σαν ατόφιο χρυσάφι. Τα έργα τους δεν κάηκαν, αλλ’ αποδείχθηκαν πιο φωτεινά και διαυγή µε τη δοκιµασία. Γι’ αυτό γέµισαν αγαλλίαση.
Έπειτα απ’ αυτούς ήρθαν και οι «εξ ευωνύµων» να περάσουν µέσ’ απ’ τη φωτιά, για να δοκιµασθούν τα έργα τους. Αλλά, επειδή ήταν αµαρτωλοί, η φλόγα άρχισε να τους καίει και τους κράτησε µέσα στη µέση του ποταµού. Και τα µεν έργα τους κατακάηκαν σαν άχυρα, ενώ τα σώµατά τους έµειναν σώα να φλέγονται επί χρόνια και αιώνες ατέλειωτους, µαζί µε τον διάβολο και τους δαίµονες. Κανένας δεν κατόρθωσε να βγει από κείνο το πύρινο ποτάµι! Όλους τους αιχµαλώτισε η φωτιά, γιατί ήταν άξιοι καταδίκης και τιµωρίας.
Αφού παραδόθηκαν στην κόλαση οι αµαρτωλοί, σηκώθηκε απ’ το Θρόνο Του ο φοβερός Κριτής και ξεκίνησε για το θεϊκό ανάκτορο µ’ όλους τους Αγίους Του. Τον περικύκλωναν, πάντα µε πολύ φόβο και τρόµο, όλες οι Ουράνιες Δυνάµεις ψάλλοντας:
«Άρατε πύλας οι άρχοντες ηµών και επάρθητε πύλαι αιώνιοι και εισελεύσεται ο Βασιλεύς της Δόξης, ο Κύριος και Θεός των θεών µαζί µ’ όλους τους Αγίους Του, που θ’ απολαύσουν αιώνια κληρονοµιά».
Άλλο Τάγµα απαντούσε και έλεγε:
«Ευλογηµένος ο ερχόµενος εν ονόµατι Κυρίου, µ’ όσους αξίωσε η χάρη Του να ονοµασθούν υιοί Θεού, Θεός Κύριος, μαζί µε τους υιούς της Νέας Σιών, και επέφανεν ηµίν».
Και οι Αρχάγγελοι, που προπορεύονταν απ’ τον Κύριο, τον δοξολογούσαν ψάλλοντας ένα ουράνιο µέλος αντιφωνικά:
«∆εύτε αγαλλιασώµεθα τω Κυρίω, αλαλάξωµεν τω Θεώ τω Σωτήρι ηµών. Προφθάσωµεν το πρόσωπον Αυτού εν εξοµολογήσει και εν ψαλµοίς αλαλάξωµεν αυτώ».
Ενώ άλλο Τάγµα αντιφωνούσε µελωδικά:
«Ότι Θεός µέγας Κύριος και Βασιλεύς µέγας επί πάσαν την γην. Ότι εν τη χειρί αυτού τα πέρατα της γης και τα ύψη των ορέων αυτού εισίν
Αυτά και άλλα πολλά παναρµόνια µέλη έψαλλαν οι Άγιοι Άγγελοι, ώστε να ευφραίνονται απερίγραπτα όσοι τ’ άκουγαν. Έτσι ψάλλοντας µπήκαν οι Άγιοι µε τον Κύριο Ιησού Χριστό στον επουράνιο θάλαµο του θεϊκού παλατίου, µε καρδιές που σκιρτούσαν από χαρά. Και αµέσως κλείσθηκαν οι πύλες του νυµφώνα.
Τότε κάλεσε ο ουράνιος Βασιλεύς τους κορυφαίους Αγγέλους. Πρώτοι παρουσιάσθηκαν ο Μιχαήλ, ο Γαβριήλ, ο Ραφαήλ, ο Ουριήλ και οι Άρχοντες των Ταγµάτων.
Ακολούθησαν οι δώδεκα φωστήρες του κόσµου, οι Απόστολοι. Τους έδωσε ο Κύριος δόξα αστραφτερή και δώδεκα πυρίµορφους θρόνους για να καθίσουν κοντά στον διδάσκαλό τους Χριστό µε µεγαλειώδεις τιµές. Η όψη τους ακτινοβολούσε ένα απερίγραπτο αιώνιο φως και τα ενδύµατά τους ήταν λαµπερά και διάφανα σαν το κεχριµπάρι. Ακόµη κι οι Άρχοντες των Αγγέλων τους θαύµαζαν. Τέλος τους έδωσε και δώδεκα υπέροχα κριστάλλινα στεφάνια διακοσµηµένα µε πολύτιµους λίθους, που έλαµπαν εκτυφλωτικά, καθώς τα κρατούσαν πάνω από τα κεφάλια τους ένδοξοι Άγγελοι.
Έπειτα οδηγήθηκαν ενώπιον του Κυρίου οι Εβδοµήκοντα Απόστολοι. Έλαβαν κι αυτοί όµοιες τιµές και δόξες, μόνο που τα στεφάνια των Δώδεκα ήταν πιο θαυµαστά.
Και τώρα ήρθε η σειρά των Μαρτύρων. Αυτοί πήραν τη θέση και τη δόξα της µεγάλης Αγγελικής στρατιάς, που γκρεµίσθηκε απ’ τον ουρανό µαζί µε τον Εωσφόρο. Έγιναν δηλαδή οι Μάρτυρες Άγγελοι και Άρχοντες των Ουρανίων Ταγµάτων. Τους έφεραν αµέσως πλήθος στεφάνια και τα τοποθέτησαν στα αγιασµένα κεφάλια τους. Όσο λάµπει ο ήλιος, τόσο έλαµπαν κι αυτά. Έτσι οι Άγιοι Μάρτυρες θεώµενοι ευφραίνονταν και αγάλλονταν ανέκφραστα.
Μετά µπήκε ο θείος χορός των Ιεραρχών, Ιερέων, Διακόνων και λοιπών κληρικών. Στεφανώθηκαν κι αυτοί µ’ αιώνια κι αµαράντινα στεφάνια, ανάλογα µε τον ζήλο, την υποµονή και ποιµαντική τους δράση. Στεφάνι από στεφάνι ήταν διαφορετικό κατά τη δόξα, όπως αστέρι από αστέρι. Έτσι πολλοί Ιερείς και Διάκονοι ήταν ενδοξότεροι και λαµπρότεροι από πολλούς Αρχιερείς. Τους έδωσαν ακόµη και από ένα ναό, για να προσφέρουν στο νοερό θυσιαστήριο αγία θυσία και τέλεια, ευάρεστη στο Θεό.
Έπειτα µπήκε ο όσιος χορός των Μοναχών. Η όψη τους ξέχυνε µυστική ευωδία και σαν ήλιοι σκόρπιζαν θείες µαρµαρυγές. Ο Κύριος τους στόλισε µε έξι φτερούγες και έγιναν µε τη δύναµη του Αγίου Πνεύµατος σαν τα φρικτά Χερουβίµ και Σεραφίµ. Άρχισαν τότε να βροντοφωνούν. «Άγιος, Άγιος, Άγιος Κύριος Σαβαώθ, πλήρης πάσα η γη της δόξης αυτού». Ήταν η δόξα τους µεγάλη, αφάνταστη και το στεφάνι τους ποικιλοστόλιστο και λαµπερό. Ανάλογα µε τους αγώνες και τους ιδρώτες τους απολάµβαναν και τις τιµές.
Ακολούθησε ο χορός των Προφητών. Τους δώρησε ο Βασιλεύς το άσµα των ασµάτων, το ψαλτήρι του ∆αβίδ, τύµπανα και χορούς, άυλο φως αστραφτερό, άφραστη αγαλλίαση και τη δοξολογία του Αγίου Πνεύµατος. Τότε τους ζήτησε ο ∆εσπότης του θεϊκού νυµφώνα να ψάλλουν κάτι. Και έψαλλαν ένα τόσο µελωδικό ύµνο, ώστε σκίρτησαν όλοι από ευφροσύνη.
Αφού έλαβαν αυτά τα δώρα οι Άγιοι απ’ τα άχραντα χέρια του Σωτήρος, περίµεναν ακόµη εκείνα, «α οφθαλµός ουκ είδε και ους ουκ ήκουσε και επί καρδίαν ανθρώπου ουκ ανέβη».
Τότε µπήκε όλος ο χορός των ανθρώπων, που σώθηκαν µέσα στον κόσµο: Φτωχοί και Άρχοντες, Βασιλείς και ιδιώτες, δούλοι και ελεύθεροι. Στάθηκαν όλοι ενώπιον του Κυρίου κι εκείνος ξεχώρισε απ’ ανάµεσά τους τους ελεήµονες και τους αγνούς και τους έδωσε την τρυφή του Παραδείσου της Εδέµ, παλάτια ουράνια και φωτεινά, στεφάνια πολυτελή, αγιασµό και αγαλλίαση, θρόνους και σκήπτρα και Αγγέλους να τους υπηρετούν.
Μετά ήρθαν όσοι έγιναν δια την αγάπη του Χριστού «πτωχοί τω πνεύµατι». Τώρα υψώθηκαν πάρα πολύ. Τους δόθηκε απ’ το χέρι του Κυρίου στεφάνι περίλαµπρο και κληρονόµησαν τη Βασιλεία των Ουρανών.
Έπειτα «οι πενθούντες» τις αµαρτίες τους, που έλαβαν τη µεγάλη παρηγοριά της Αγίας Τριάδος.
Έπειτα «οι πραείς» και άκακοι, που κληρονόµησαν την ουράνια γη, όπου αποστάζει γλυκασµό και ευωδία το Πνεύµα του Θεού. Και αυτοί δοκίµασαν ανέκφραστη τέρψη και ηδονή βλέποντας να τους χαρίζεται η µακάρια γη. Τα στεφάνια τους ροδόµορφα σκόρπιζαν µαρµαρυγές.
Ακολούθησαν «οι πεινώντες και διψώντες την δικαιοσύνην». Τους δόθηκε ο µισθός της δικαιοσύνης, για να χορτάσουν. Και η αγαθή τους πρόθεση ευφράνθηκε βλέποντας τον Βασιλέα Χριστό να υψώνεται και να υπερδοξάζεται απ’ τους Αγίους Αγγέλους.
Έπειτα «οι δεδιωγµένοι ένεκεν δικαιοσύνης». Τους χαρίσθηκε θεία δοξολογία και πολυθαύµαστη ζωή. Στήθηκε µάλιστα για χάρη τους και άφραστος θρόνος για να καθίσουν στη Βασιλεία των Ουρανών. Τα στεφάνια τους ήταν από θείο κι άυλο χρυσάφι που τόσο έλαµπε, ώστε απ’ την δόξα τους να χαίρονται οι χοροί των Αγγέλων.
Μετά µπήκε ο χορός «των ονειδισθέντων» για τον Χριστό, τον µεγάλο Θεό και σωτήρα των ψυχών µας. Τους ανέβασαν σε θρόνους χρυσοποίκιλτους και απολάµβαναν τον έπαινο του Θεού.
Μετά απ’ αυτούς µπήκε πολύ πλήθος ειδωλολατρών, που δεν γνώρισαν τον νόµο του Χριστού, αλλά εκ φύσεως τον τήρησαν υπακούοντας στη συνείδησή τους. Πολλοί σαν ήλιοι απ’ την αγνότητα και την καθαρότητά τους. Και ο Κύριος τους χάρισε τον Παράδεισο και φαιδρά στεφάνια πλεγμένα με ρόδα και κρίνα. Επειδή όµως είχαν στερηθεί το Άγιο Βάπτισµα, ήταν τυφλοί. ∆εν έβλεπαν καθόλου τη δόξα του Θεού. Γιατί το Άγιο Βάπτισµα είναι φως και µάτι της ψυχής. Γι’ αυτό όποιος δεν το λάβει κι αν άπειρα καλά εργασθεί, κληρονοµεί βέβαια την παραδείσια άνεση και κάτι δοκιµάζει από την ευωδία και τη γλυκύτητα της, αλλά δεν βλέπει τίποτε.
Έπειτα και από αυτούς βλέπει ο δίκαιος Νήφων ένα τάγµα Αγίων που ήταν τα παιδιά των Χριστιανών. Όλοι τους έµοιαζαν να είναι περίπου τριάντα ετών. Τους κοίταξε µε βλέµµα ιλαρό ο Νυµφίος και είπε: «Ο µεν χιτώνας του Βαπτίσµατός σαν άσπιλος, έργα όµως πουθενά! Τι να σας κάνω λοιπόν εσάς;» Τότε µε θάρρος του απάντησαν κι αυτοί: «Κύριε, µας στέρησες τα επίγεια αγαθά σου, τουλάχιστον µε µας στερήσεις τα επουράνια». Χαµογέλασε ο Νυµφίος και τους χάρισε τα ουράνια αγαθά. Πήραν και τα στεφάνια της αγνότητος, της ακακίας και όλες οι άυλες στρατιές τους θαύµαζαν.
Ήταν θαύµα ν’ ακούει κανείς τους Αγίους Αγγέλους που, κατευχαριστηµένοι καθώς έβλεπαν τα Τάγµατα όλων των Αγίων, τραγουδούσαν άσµατα γλυκά.
Ύστερα απ’ όλα αυτά βλέπει ο Νήφων να έρχεται µπροστά στον Νυµφίο µια θεόφωτη Νύµφη. Γύρω της σκόρπιζε ουράνιες ευωδίες και θεϊκά µύρα. Στο πανέµορφο κεφάλι της φορούσε ασύγκριτο βασιλικό στέµµα που ακτινοβολούσε. Οι Άγγελοι την ατένιζαν κατάπληκτοι κι οι Άγιοι θαµπωµένοι. Η χάρη του Αγίου Πνεύµατος συγκρατούσε πάνω στην άχραντη κορυφή το ουράνιο εκείνο διάδηµα.
Μπαίνοντας στον θείο νυµφώνα την ακολουθούσε αναρίθµητο πλήθος Παρθένων που υµνούσανµε δοξολογίες και άσµατα τα µεγαλεία του Θεού.
Όταν έφτασε κοντά στον Νυµφίο η Μεγάλη Βασίλισσα, προσκύνησε τρεις φορές µαζί µε όλες τις αγίες Παρθένες. Τότε ο «ωραίος κάλλει» την είδε και ευφράνθηκε. Έσκυψε το κεφάλι Του και την τίµησε σαν Άχραντη Μητέρα Του. Εκείνη πλησίασε µε πολλή ευλάβεια και χάρη και ασπάσθηκε τα αθάνατα και ακοίµητα µάτια Του, καθώς και σπλαχνικά Του χέρια.
Μετά το θείο φίληµα ο Κύριος χάρισε στις Παρθένες αστραφτερά φορέµατα και πάµφωτα στεφάνια. Κι έπειτα ήρθαν όλες οι Νοερές Δυνάµεις υµνώντας, µακαρίζοντας και δοξάζοντάς την.
Τότε σηκώθηκε απ’ τον θρόνο Του ο Νυµφίος και έχοντας στα δεξιά τη Μητέρα Του και στ’ αριστερά τον µέγιστο και πολυθαύµαστο Προφήτη και Πρόδροµό Του, βγήκε απ’ τον νυµφώνα και πήγε στον θεϊκό θάλαµο, όπου βρίσκονται τα αγαθά «α οφθαλµός ουκ είδε και ους ουκ ήκουσε και επί καρδίαν ανθρώπου ουκ ανέβη», ετοιµασµένα για όσους αγάπησαν τον Θεό. Ακολουθούσαν και όλοι οι Άγιοι. Μόλις είδαν τ’ αγαθά, πληµµύρισαν από άφατη αγαλλίαση και άρχισαν να κυκλοφορούν πανηγυρίζοντας µέσα στον έκπαγλο θάλαµο.
Αλλ’ αυτά δεν µπόρεσε ο δούλος του Θεού Νήφων να µου περιγράψει, αν και πολλές φορές τον πίεσα, δεν µου είπε το παραµικρό.
«∆εν µπορώ παιδί µου», έλεγε αναστενάζοντας, «ν’απεικονίσω µε την γλώσσα µου ή να παροµοιάσω µε οποιοδήποτε επίγειο πράγµα τα εκεί. Ήταν πέρα από κάθε σκέψη και φαντασία, πέρα απ’ όλα τα βλεπόµενα καιµη βλεπόµενα".
Όταν λοιπόν µοίρασε ο Κύριος στους Αγίους του όλα τα άφραστα και ανήκουστα αγαθά, πρόσταξε τα Χερουβίµ να κυκλώσουν τον αιώνιο θάλαµο. Πρόσταξε έπειτα τα Σεραφίµ να κυκλώσουν τα Χερουβίµ, οι Θρόνοι τα Σεραφίµ, οι Κυριότητες τους Θρόνους, οι Αρχές τις Κυριότητες, οι Εξουσίες τις Αρχές και τέλος οι ∆υνάµεις των ουρανών τις Εξουσίες. Όπως το τείχος κυκλώνει µία πόλη, έτσι τα ουράνια Τάγµατα κυκλώνουν το ένα το άλλο.
∆εξιά απ’ τον θάλαµο των αιώνων στάθηκε µε κάθε µεγαλοπρέπεια ο Μιχαήλ µε το τάγµα του. Αριστερά ο Γαβριήλµε το δικό του. Ο Ουριήλ εγκαταστάθηκε στα δυτικά και ο Ραφαήλ στα ανατολικά. Ήταν οι τέσσερις αυτές παρατάξεις πολύ µεγάλες. Και µαζί µε τα τάγµατα των Αχράντων Δυνάµεων έζωναν τον θάλαµο του Θεού µε πολλή λαµπρότητα.
Ολ’ αυτά έγιναν µε το πρόσταγµα του Κυρίου Ιησού Χριστού, του Μεγάλου Θεού και Σωτήρος όλων των Αγίων. Στο τέλος όλων των µυστηρίων που είδε ο άγιος Νήφων, είδε και την πιο φοβερή αποκάλυψη:
Ο ίδιος ο Πατέρας του Μονογενούς Υιού, ο Γεννήτωρ, το φως το απρόσιτο και ακατάληπτο, ανέτειλε ξαφνικά λάµποντας «συν τω Υιώ και τω Αγίω Πνεύµατι» πάνω από κείνο τον απέραντο θάλαµο, πάνω από τις Άχραντες Δυνάµεις, πάνω απ’ όλους τους κύκλους και τις παρατάξεις τους. Φώτιζε του καθαρότατο θάλαµο, όπως φωτίζει ο ήλιος τον κόσµο. Έτσι έλαµπε ο Πατέρας των Οικτιρµών. Και όπως το σφουγγάρι ρουφάει και συγκρατεί το κρασί, έτσι κι’ οι Άγιοι πληµµύριζαν απ’ το άρρητο τρισήλιο φως της θεότητας και βασίλευαν αδιάκοπα µαζί Της στους αιώνες.
Από τότε πια δεν υπήρχε γι’ αυτούς ούτε νύχτα, ούτε µέρα. Μόνο υπήρχε ο Θεός Πατέρας, Υιός και Πνεύµα, φως και τρυφή, ζωή και φέγγος, τέρψη και ηδονή.
Έπειτα έγινε βαθειά σιγή. Σε λίγο το πρώτο Τάγµα, το θείο και φοβερό που κύκλωνε τον θάλαµο, δόθηκε σαν συνεχής και ατέλειωτη κληρονοµιά, ευφρόσυνο άσµα κι ανέκφραστη δοξολογία. Ασύγκριτα υπέρκαλλη ήταν η ηδονή τους. Οι καρδιές των Αγίων σκιρτούσαν απ’ τη χαρά και την απόλαυση.
Απ’ το πρώτο Τάγµα µεταδόθηκε ο υπέροχος δοξολογικός ύµνος στο δεύτερο Τάγµα των Σεραφίµ. Άρχισαν τότε εκείνο να ψάλλει ύµνο περίτεχνο και ακατάληπτο. Σαν εφτάγλυκο µέλι ηχούσε η δοξολογία του στ’ αυτιά των Αγίων, που ευφραίνονταν απέραντα µ’ όλες τους τις αισθήσεις. Τα µάτια τους έβλεπαν το απρόσιτο φως. Η όσφρησή τους οσφραίνονταν την ευωδία της Θεότητος. Τ’ αυτιά τους άκουγαν τον θείο ύµνο των Αχράντων Δυνάµεων. Το στόµα τους γευόταν το Σώµα και το Αίµα του Κυρίου Ιησού Χριστού, καινούργιο στη Βασιλεία των Ουρανών. Τα χέρια τους ψηλαφούσαν τα αιώνια αγαθά και τα πόδια τους χόρευαν στον θάλαµο. Έτσι λοιπόν µ’ όλες τους τις αισθήσεις χόρταιναν την άφατη αγαλλίαση.
Σε λίγο µεταδόθηκε ο θείος εκείνος ύµνος απ’ το δεύτερο Τάγµα στο τρίτο και απ’ το τρίτο και απ’ το τέταρτο, ως το τελευταίο προκαλώντας, µε το γλυκύτερο απ’ το µέλι µέλος του, τέρψη και ηδονή στις καρδιές των Αγίων. Και ήταν υπέροχο, ότι δεν ψαλλόνταν ένας ύµνος συνεχώς από τα Τάγµατα, αλλά υπήρχε απερίγραπτη ποικιλία και πρωτοτυπία στην ωδή που έψαλλαν.
Όταν οι εφτά κύκλοι των Ταγµάτων ολοκλήρωσαν την καθαρή τους δοξολογία, τότε άρχισαν και τα τάγµατα των Αρχαγγέλων τον Τρισάγιο Ύµνο. Έψαλλε ο Μιχαήλ και αντιφωνούσε ο Γαβριήλ. Και πάλι υµνούσε ο Ραφαήλ και συµπλήρωνε ο Ουριήλ. Άκουγε κανείς πρωτάκουστες αρµονίες. Οι τέσσερις πύρινοι στύλοι, οι Αρχάγγελοι, ξεχώριζαν και ήταν ο ύµνος τους φοβερός και βροντερός.
Παρακινούµενοι απ’ την άπειρη εκείνη τρυφή άρχισαν τότε και οι Άγιοι Πάντες µεσ’ απ’ τον ουράνιο θάλαµο να ψάλουν τα µεγαλεία του Θεού. Έτσι µέσα αντηχούσε ύµνος, ύµνος κι έξω, ύµνος και παντού. Άσµατα πανίερα. Που φλόγιζαν τις αγίες καρδιές µε µακάρια ηδονή στους ατελεύτητους αιώνες.
Όταν τα είχε δει πια όλα αυτά ο τρισµακάριος Νήφων και ενώ βρισκόταν σε µεγάλη έκσταση και θεωρία, άκουσε τη φωνή του Θεού να του λέει:
«Νήφων,Νήφων, ωραία ήταν ο προφητική σου οπτασία. Όλ’ αυτά λοιπόν που είδες και άκουσες γράψε τα µε κάθε λεπτοµέρεια, γιατί έτσι και θα γίνουν. Τα φανέρωσα σε σένα, γιατί είσαι πιστός φίλος, αγαπητό µου παιδί και κληρονόµος της Βασιλείας µου. Βεβαιώσου λοιπόν, τώρα που σε αξίωσα να γίνεις αυτόπτης των φρικτών µυστηρίων, για τη µεγάλη µου φιλανθρωπία προς όλους εκείνους που προσκυνούν µε ταπείνωση τη βασιλεία και την εξουσία µου. Γιατί εγώ ευφραίνοµαι να επιβλέπω επί τον πράον και ησύχιον και τρέµοντα τους λόγους μου»
Αφού του είπε αυτά ο Κύριος, τον απέλυσε από τη φοβερή και πολυθαύµαστη οπτασία, που επί δύο εβδοµάδες τον είχε απορροφήσει. Όταν πια ήρθε στον εαυτό του, καθόταν τροµοκρατηµένος και θρηνούσε και οδυρόταν. Τα δάκρυά του έτρεχαν ποτάµι κι έλεγε:
«Αλλοίµονο σε µένα τον άσωτο! Τι περιµένει την άθλια ψυχή µου! Αλλοίµονο µου του ελεεινού! Σε ποια κατάσταση άραγε θα βρεθώ εκεί εγώ ο αµαρτωλός; Τι θ’ απολογηθώ προς τον Κριτή; Τι λόγο θα δώσω για τις αµαρτίες µου; Και που θα κρύψω το πλήθος των ανοµιών µου; Αχ, ο βέβηλος και άθλιος!... Στεναγµό δεν έχω ούτε δάκρυα. Αλλά και µετάνοια δεν µου βρίσκεται. Ελεηµοσύνη καθόλου! Προσευχή τίποτα! Αγάπη µηδέν! Η ακακία κι η πραότητα στέκουν πολύ µακριά µου! Αλλοίµονο! Τι να κάνω ο ελεεινός και ρυπωµένος; Από που ν’ αρπαχθώ για να σωθεί η ψυχή µου τη βύθισα στον βούρκο. Τον νου µου τον σκότισα, τη ζωή µου την επιβάρυναµε κραιπάλη και µέθη. Αχ! Ο αµαρτωλός δεν ξέρω τι να κάνω! Τα µάτια µου βλέπουν τα αίσχη. Το πρόσωπο µου είναι καταντροπιασµένο. Τ’ αυτιά µου ηδύνονται σε δαιµονικά τραγούδια. Η όσφρησή µου ζητάει ευωδίες. Το στόµα µου ρέπει στην πολυφαγία. Αλλοίµονο µου του ταλαίπωρου! Τα χέρια µου τέρπονται στην αµαρτία. Το σώµα µου ποθεί να κυλισθεί στον βόρβορο της ανηθικότητας και κυνηγάει τα µαλακά κρεβάτια και την καλοφαγία…
Ωχ, ο παράνοµος και σκοτεινιασµένος και ρυπαρός! Που να πάω δεν ξέρω. Ποιος θα µε γλυτώσει απ’ το σκότος το εξώτερο του φρικτού ταρτάρου; Ποιος θα µ’ απαλλάξει από τον βρυγµό των οδόντων; Αλλοίµονο μου του σιχαµερού, του παράνοµου! Καλύτερα να µην είχα γεννηθεί!... Αχ, τι δόξα πρόκειται να στερηθώ ο µαύρος! Τι τιµή, τι στεφάνια, πόση χαρά, πόση φαιδρότητα θα χάσω, επειδή υποδουλώθηκα στην αµαρτία! Ταλαίπωρη ψυχή! Που είναι λοιπόν η κατάνυξή σου; Που είναι οι αγώνες σου; Που είναι οι αρετές σου; Αλλοίµονό σου βέβηλη και θλιβερή! Που θα είναι η θέση σου την ηµέρα εκείνη; Έπραξες κανένα καλό που ν’ αρέσει στον Θεό; Θα µπεις στο καµίνι. Πως όµως θ’ αντέξεις το ουαί και τον οδυρµό; Ω ρυπαρή ψυχή, που ποθούσες πάντα να κυλιέσαι στη σαπίλα, που αδιάκοπα υπηρετούσες το στοµάχι!...
Άνοµη και διεφθαρµένη, τι ντροπή θα δοκιµάσεις στο βλέµµα του Ιησού! Με ποια µάτια θ’ ατενίσεις το γλυκύτατό Του πρόσωπο; Πες µου, πες µου! Τα είδες εκείνα τα θαυµάσια, που ο Κύριος θα πραγµατοποιήσει κάποτε. Πες µου λοιπόν ψυχή, έχεις έργα αντάξια για κείνη τη δόξα; Πως θα εισέλθεις εκεί, αφού µίανες το Θείο Βάπτισµα; Αλλοίµονό σου τότε, µολυσµένη ψυχήµου! Σου µέλλει να κληρονοµήσεις το αιώνιο πυρ και που θα είναι τότε η αµαρτία και ο πατέρας της για να σε σώσουν;
Κύριέµου, Κύριε, σώσε µε από τη φωτιά, από τον βρυγµό των οδόντων κι από τον τάρταρο…»
Μ’ αυτά τα λόγια έλεγχε τον εαυτό του ο µακάριος προσευχόµενος. Τις κατοπινές µέρες τον έβλεπες να περπατάει σέρνοντας τα βήµατά του µε πικρούς στεναγµούς, θρήνους και δάκρυα. Αναλογιζόταν τα θαυµάσια που είδε κι έκανε ό,τι µπορούσε για να τα κατακτήσει. Συχνά – όταν στοχαζόταν πιο βαθιά και πιο καθαρά το όραµά του – γινόταν εκτός εαυτού. Φλεγόταν απ’ την παρουσία του Αγίου Πνεύµατος και αναφωνούσε:
«Ω τι χαρά, τι δόξα, τι λαµπρότητα περιµένει τους Αγίους στους ουρανούς! Πόσο φοβάµαι µήπως την στερηθώ!» Αναστέναζε βαθιά και πρόσθετε: «Κύριε, βοήθησε και σώσε τη σκοτισµένη ψυχή µου».



Δευτέρα 21 Φεβρουαρίου 2011

ΔΕΚΑΤΗ ΟΓΔΟΗ ΣΥΝΑΝΤΗΣΙΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΚΑΤΗΧΗΤΙΚΗΣ ΣΧΟΛΗΣ

Πραγματοποιήθηκε μέ τήν βοήθεια τοῦ Θεοῦ ἡ 18η Συνάντησις τῆς Ὀρθοδόξου Κατηχητικῆς Σχολῆς, τό ἑσπέρας τῆς Κυριακῆς τοῦ Ἀσώτου (7ης/20ής Φεβρουαρίου 2011). Ἡ συνάντησις πραγματοποιήθηκε στό νέο Ἐντευκτήριο - Αἴθουσα Συναντήσεων τῆς Σχολῆς, στό παρακείμενο τοῦ Ἱ. Ν. Παναγίας Σουμελᾶ καί τοῦ Ἱ. Ἡσυχαστηρίου Παναγίας Παραμυθίας ἀνακαινισμένο ἐκκλησιαστικό κτήριο, τό ὁποῖο μέ ἀπόφαση τοῦ Σεβ. Μητροπολίτου κ. Κηρύκου θά συσταγάσει τίς δραστηριότητες τῆς Σχολῆς καί τά Γραφεῖα τῆς Μητροπολιτικῆς Περιφερείας Ἀχαρνῶν.Τῆς Συναντήσεως προηγήθηκε ὁ Ἑσπερινός στό Παρεκκλήσιο τῆς Παναγίας Παραμυθίας, χοροστατοῦντος τοῦ Σεβ/του κ. Μηρύκου.

Τό θέμα πού ἀπασχόλησε τήν 18η Συνάντηση ἦταν ὁ Μέγας Φώτιος, τόν ὁποῖο παρουσίασαν ἀπό κοινοῦ ὁ Σεβ/τος κ. Κήρυκος καί ὁ Καθηγητής κ. Ἀντ. Μάρκου. Ὁ Σεβ/τος ἔκανε μία μεγάλη ἀναφορά στήν ἐκκλησιολογία τοῦ Ἁγίου καί μάλιστα στήν διδασκαλία του περί τῆς Ἁγίας Τριάδος ὡς πρώτης Ἐκκλησίας, θέση ἡ ὁποία ἀπασχόλησε τήν τελευταῖα δεκαετία καί τά παρ' ἡμῖν ἐκκλησιαστικά πράγματα καί δόθηκε ἀφορμή γιά τήν διατύπωση θεολογικοῦ λόγου καί ἀθεολογήτου ἀντιλόγου. Ἐπί τῶν τελευταίων ἔκανε οὐσιαστική ἐνημέρωση τῶν συμμετεχόντων ὁ Σεβ/τος κ. Κήρυκος, ὁ ὁποῖος καί χειρίσθηκε τό θέμα, ἀπό κοινοῦ μετά τοῦ Θεολόγου Καθηγητοῦ κ. Ἐλευθερίου Γκουτζίδη.

Ὁ κ. Ἀντ. Μάρκου παρουσίασε τόν μεγάλο τῆς Ἐκκλησίας Πατέρα ἀπό ἁγιολογικῆς πλευρᾶς (βίος, ὁμολογία, ἐκκλησιολογικοί ἀγώνες, ἀντιμετώπισις τοῦ Πάπα Νικολάου Α' καί τῶν δογματικῶν ἀποκλήσεων τῆς Δύσεως, Βουλγαρικό Ζήτημα, Ἱεραποστολή πρός τούς Σλάβους, σύγκλησις Ἁγίας Η' Οἰκουμενικῆς Συνόδου, διώξεις, θάνατος στήν ἐξορία, κείμενα). Στή συνέχεια δημοσιεύουμε τά βασικά σημεῖα τῆς εἰσηγήσεως τοῦ κ. Ἀντ. Μάρκου (τό κείμενο δημοσιεύεται σέ μονοτονικό σύστημα γιά λόγους τεχνικούς).

...Ο Μέγας Φώτιος έζησε κατά τους χρόνους που βασίλευσαν οι Αυτοκράτορες Μιχαήλ Γ’ (842 - 867), υιός του Θεοφίλου, Βασίλειος Α' ο Μακεδών (867 - 886) και ο Λέων ΣΤ' ο Σοφός (886 - 912), υιός του Βασιλείου. Γεννήθηκε το έτος 810 (κατά άλλους το 820) στην Κωνσταντινούπολη, από ευσεβή και επιφανή οικογένεια, που αγωνίσθηκε για την τιμή και προσκύνηση των Ιερών Εικόνων. Γονείς του ήταν ο Άγιος Σέργιος (η μνήμη του την 13η Μαϊου) και η Ειρήνη, οι οποίοι καταδιώχθηκαν επί του Εικονομάχου Αυτοκράτορα Θεοφίλου (829 - 842). Ο Άγιος Σέργιος ήταν αδελφός του Πατριάρχου Ταρασίου (784 – 806, Προέδρου της Αγίας Ζ’ Οικουμενικής Συνόδου) και διαπομπεύθηκε δέσμιος από το λαιμό ανά τις οδούς της Κωνσταντινουπόλεως, στερήθηκε την περιουσία του και εξορίσθηκε μετά της συζύγου του και των παιδιών του σε τόπο άνυδρο, όπου από τις ταλαιπωρίες πέθανε ως Ομολογητής.
Ο Μέγας Φώτιος θεωρείται μία από τις σημαντικότερες μορφές του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως μετά τον Ιωάννη τον Χρυσόστομο καί ένας από τους σημαντικότερους λόγιους του Mεσαιωνικού Eλληνισμού. Όπως έγραψε ο βιογράφος του αντιπάλου του Πατριάρχη Ιγνάτιου, «Γραμματικῆς μὲν γὰρ καὶ Ποιήσεως, Ρητορικῆς τε και Φιλοσοφίας καὶ δὴ καὶ ἰΙτρικῆς καὶ πάσης ὀλίγου δεῖν ἐπιστήμης, τῶν θύραθεν, τοσοῦτον αὐτῷ τὸ περιόν ὡς μὴ μόνον σχεδόν φάναι τῶν κατά τὴν αὐτοῦ γενεάν πάντων διενεγκεῖν, ἤδη δὲ καὶ πρὸς τοὺς παλαιοὺς αὐτὸν διαμιλλᾶσθαι» (Νικήτας ο Παφλαγών, Βίος Ιγνατίου).
Σε νεαρή ηλικία ο Φώτιος φαίνεται ότι είχε αρχίσει να διδάσκει Γραμματική, Ρητορική και Φιλοσοφία σε ένα κύκλο μαθητών. Στη συνέχεια ακολούθησε την συνήθη σταδιοδρομία ενός προικισμένου νέου στη Βυζαντινή Αυλή. Τοῦ ἀνατέθηκε από τον Αυτοκράτορα το αξίωμα του Πρωτασηκρήτη και του Πρωτοσπαθάριου, αξιώματα που τον αποσπούσαν από τον πνευματικό του κύκλο προς δυσαρέσκεια των μαθητών του και σε αβέβαιη ημερομηνία έλαβε μέρος σε διπλωματική αποστολή στη Βαγδάτη (μάλλον τό 837).
Ο Φώτιος διέπρεψε ἀρχικά στα ανώτατα πολιτικά αξιώματα. Όταν με εντολή του Αυτοκράτορα απομακρύνθηκε βιαίως από τον Πατριαρχικό Θρόνο ο Πατριάρχης Ιγνάτιος, ανήλθε σε αυτόν, το έτος 858, ο Ιερός Φώτιος, απ’ ευθείας από τήν τάξη των λαϊκών, ο οποίος διακρινόταν για την αγιότητα του βίου του και την τεράστια μόρφωσή του. Η χειροτονία του σε Επίσκοπο έγινε την ημέρα των Χριστουγέννων του έτους 858 υπό των Επισκόπων Συρακουσών Γρηγορίου του Ασβεστά, Γορτύνης Βασιλείου και Απαμείας Ευλαμπίου. Προηγουμένως βέβαια εκάρη μοναχός και ακολούθως έλαβε κατά τάξη τους βαθμούς της Ιερωσύνης.
Ο Ιερός Φώτιος με Ειρηνικά Γράμματα ανακοίνωσε, κατά τα καθιερωμένα, τα της εκλογής του στους Πατριάρχες της Ανατολής και τόνισε την αποκατάσταση της ειρήνης στην Εκκλησία της Κωνσταντινούπολης. Αλλά πριν ακόμα προλάβει να την παγιώσει επήλθε ρήξη μεταξύ των ακραίων πολιτικών και των οπαδών του Πατριάρχη Ιγνατίου, των «Ιγνατιανών». Οι «Ιγνατιανοί» συγκεντρώθηκαν στο ναό της Αγίας Ειρήνης, αφόρισαν τον Ιερό Φώτιο και ανακήρυξαν Πατριάρχη τον Ιγνάτιο. Ο Άγιος Φώτιος συγκάλεσε Σύνοδο στο Ναό των Αγίων Αποστόλων για την αντιμετώπιση του ανακύψαντος ζητήματος.
Η αντιπαλότητα του Φώτιου με τους Στουδίτες μοναχούς οδήγησε τους υποστηρικτές του Ιγνατίου στη Ρώμη, για να ζητήσουν τη βοήθεια του Πάπα Νικόλαου Α΄. Ο Νικόλαος αρνήθηκε να απαντήσει θετικά στις επιστολές που είχε λάβει από τον Αυτοκράτορα και τον ίδιο το Φώτιο και να επικυρώσει την εκλογή του, αν και οι απεσταλμένοι του στην Κωνσταντινούπολη είχαν συναινέσει στην εκλογή. Το 863 αναθεμάτισε και καθαίρεσε το Φώτιο, ο οποίος επίσης ανταπάντησε με αναθεματισμό. Ο Φώτιος επικαλέστηκε την προσθήκη του Filioque στη Λατινική εκδοχή του Συμβόλου της Πίστεως, για να κατηγορήσει τον Πάπα για αίρεση, στα αίτια όμως του σχίσματος πρέπει να προσθέσουμε και την αξίωση του Πάπα για το πρωτείο, καθώς επίσης και την επιδίωξη της Ρώμης να ελέγξει τα εκκλησιαστικά πράγματα της νεοσύστατης Βουλγαρικής Εκκλησίας.
Στην πρώτη φάση της Πατριαρχείας του Φώτιου συντελέστηκε και η αποστολή στη Μοραβία των αδελφών Κωνσταντίνου-Κυρίλλου και Μεθόδιου, καθώς και η βάπτιση του Βούλγαρου Βασιλιά Βόριδος, με ανάδοχο τον Αυτοκράτορα Μιχαήλ, συνεπώς και η ίδρυση της πρώτης Βουλγαρικής Εκκλησίας.
Ο μεγάλος αυτός Πατέρας της Εκκλησίας ιερούργησε, ως άλλος Απόστολος Παύλος, το Ευαγγέλιο. Αγωνίσθηκε για την αναζωπύρωση της ιεραποστολικής συνειδήσεως, που περιφρουρεί την πνευματική ανεξαρτησία και αυτονομία των Ορθοδόξων λαών από εισαγωγές εθίμων ξένων προς την ιδιοσυγκρασία τους, με σκοπό την αλλοίωση της ταυτότητος και της πνευματικής τους ζωής. Διότι γνώριζε ότι ο μέγιστος εχθρός ενός λαού είναι η απώλεια της αυτοσυνειδησίας του, η φθορά της πολιτισμικής του ιδιοπροσωπίας και η αλλοίωση του ήθους του. Ο Ιερός Φώτιος γνώριζε την ιεραποστολική δραστηριότητα του Ιερού Χρυσοστόμου, αφού αναφέρεται πολλές φορές στο έργο αυτό και μάλιστα επηρεάστηκε από αυτή στο θέμα της χρήσεως των επιτόπιων γλωσσών και των μοναχών ως ιεραποστόλων.
Ο Ιερός Φώτιος διεξήγαγε ακόμη μεγάλους και επιτυχείς αγώνες υπέρ της Ορθοδόξου Πίστεως, εναντίων των Μανιχαίων, των Εικονομάχων και άλλων αιρετικών και επανέφερε στους κόλπους της Καθολικής Ορθοδόξου του Χριστού Εκκλησίας πολλούς από αυτούς.
«Ἅπαντα μὲν τὰ ἀνθρώπινα συγκαταρρεῖ τῷ χρόνῳ καὶ ἀφανίζεται. Ἀρετὴ δέ.... καὶ χρόνου καὶ παθῶν καὶ αὐτοῦ τοῦ θανάτου περιγίνεται. Εἰ δὲ ἀκριβέστερον ἴδοις, τῷ χρόνῳ καὶ τῷ θανάτῳ μᾶλλον ἀναζὴ καὶ θάλλει καὶ τὸ οἰκεῖον κλέος καὶ τὴν εὐπρέπειαν, ἐναποσβεσθέντος αὐτοὶς τοῦ φθόνου, λαμπρότερον τὲ καὶ θαυμασιώτερον ἀναδείκνυται».
Ο λόγος αυτός, απόσταγμα της βαθιάς πίστεως και της κατά Θεόν σοφίας του Ισαποστόλου Φωτίου, Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως του Ομολογητού, «μυρίαις ἀρεταὶς ἐξανθήσαντος καὶ πάση γνώσει διαλάμψαντος», πληρέστατα εφαρμόζεται σε αυτόν τον ειπόντα, τον οποίο η αδιάφθορη συνείδηση της Εκκλησίας και του Γένους, ομολόγησαν αυτόν Άγιο και Ισαπόστολο «τοὶς οὐρανίοις ἀδύτοις ἀγκατοικιζόμενον», ως «ἀοίδιμον μὲν τοὶς διωγμοίς, δεδοξασμένον δὲ τοὶς θανάτοις».Το θεολογικό του έργο δικαίωνε τους αγώνες της Εκκλησίας, βεβαίωνε την Ορθόδοξη Πίστη και ενέπνεε την Εκκλησιαστική συνείδηση για την συνεχή εγρήγορση του όλου Εκκλησιαστικού Σώματος. Υπό την έννοια αυτή η Εκκλησιαστική συνείδηση διέκρινε στο πρόσωπό του τον υπέρμαχο της Ορθοδόξου Πίστεως και τον εκφραστή του αυθεντικού φρονήματος της Εκκλησίας. Σε οιονδήποτε στάδιο του βίου και αν παρακολουθήσουμε τον Ιερό Φώτιο, είτε στη Βιβλιοθήκη), (επιδιδόμενο σε μελέτες), είτε ως Καθηγητή της Φιλοσοφίας στο πρώτο Πανεπιστήμιο της Μεσαιωνικής Ευρώπης (εκείνο της Μαγναύρας, σε μια εποχή που η Δύση ήταν ακόμη βυθισμένη στο τέλμα των σκοτεινών αιώνων), είτε υπουργούντα σε αξιώματα μεγάλα και περιφανή της Πολιτείας, είτε κοσμούντα τον αγιώτατο Πατριαρχικό θρόνο της Κωνσταντινουπολίτιδος Εκκλησίας, είτε εξασκούμενο στην ελεημοσύνη και τη φιλανθρωπία, είτε υφιστάμενο την παραγνώριση των ανθρώπων και τις σκληρές στερήσεις δύο εξοριών, παντού αναγνωρίζουμε τον μαχόμενο υπέρ της αληθούς Ορθοδόξου Πίστεως, της «Αποστολικῆς τὲ καὶ Πατερικῆς παραδόσεως» και «τῆς προγονικῆς εὐσεβείας», η οποία αποτελεί και το περιεχόμενο της Πατερικής διδασκαλίας αυτού. Γι' αυτό και ο Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης Βασίλειος, καταθέτοντας την συνείδηση της Εκκλησίας περί της πρώϊμης αγιοποιήσεως του μεγάλου Ιεράρχου, γράφει:
«Φώτιος γὰρ ἣν ὁ μακάριος, ὁ φωτὸς ἀκτίσι φερωνύμος τοῦ ὀνόματος, πλήθει διδασκαλιῶν καταλάμψας τὰ πέρατα, ὁ ἐξ αὐτῶν σπαργάνων ἀφιερωθεῖς τῷ Χριστῷ, ὡς ὑπὲρ τῆς αὐτοῦ εἰκόνος δημεύσει καὶ ἐξορία, τούτοις δὴ τοὶς ἀθλητικοὶς ἐκ προοιμίου ἀγώσι συγκοινωνήσας τῷ γεννήτορι, οὐ καὶ ἡ ζωὴ θαυμαστὴ καὶ τὸ τέλος ἐπέραστον, ὑπὸ Θεοῦ τοὶς θαύμασι μαρτυρουμένη».
Η ζωντανή Ορθόδοξη πίστη, κατά τον Ιερό Πατέρα, η Πίστη της Αληθείας, είναι η αρχή της Χριστιανικής μας υποστάσεως και επιβάλλει την συνεχή προσπάθεια για το «ἀνακεφαλαιώσασθαι τὰ πάντα ἐν Χριστῷ, τὰ ἐπὶ τοὶς οὐρανοὶς καὶ τὰ ἐπὶ τῆς γῆς», για την πραγμάτωση της «καινῆς κτίσεως», που επιτυγχάνεται με τη δυναμική γεφύρωση, σύνδεση και αλληλοπεριχώρηση του θείου και ανθρώπινου στοιχείου. Ο Χριστός ενώνει στο πρόσωπό Του τη θεία με την ανθρώπινη φύση. Αυτό σημαίνει ότι η θεότητα και η ανθρωπότητα έχουν εν Χριστώ ένα κοινό τρόπο υπάρξεως και αυτός ο τρόπος είναι η ενότητα, η αλληλοπεριχώρηση των προσώπων, η κοινωνία της αγάπης. Η ένωση της θείας με την ανθρώπινη φύση στο πρόσωπο του Χριστού δεν είναι μία αφηρημένη αρχή. Φανερώνεται σε εμάς, όπως φανερώνεται πάντοτε η φύση: Μόνο ως τρόπος υπάρξεως, δηλαδή ως δυνατότητα ζωής. Είναι η δυνατότητα να ζήσουμε, να πληρωθεί η απύθμενη δίψα για ζωή που βασανίζει την ύπαρξή μας, να ζήσουμε όλες τις δυνατότητες της ζωής νικώντας την αναπηρία και τον θάνατο της τεμαχισμένης υπάρξεως. Αρκεί να αποδεχθεί ο άνθρωπος την αμαρτία και αποτυχία του και να ζήσει την κένωση του Χριστού, τη ζωή του Θεού. Η αληθινή Χριστιανική ζωή είναι η γέφυρα που συνδέει τον ουρανό με την γη, η συνεχής πηδαλιούχηση του πορθμείου εκείνου, το οποίο, όπως λέγει ο Ιερός Φώτιος, έρχεται από τον ουρανό και «διαπορθμεύει ἠμὶν τὴν ἐκεῖθεν ἀγαθοειδὴ καὶ θείαν εὐμένειαν» και Χάρη. Αυτό ακριβώς είναι το αληθινό ήθος της Ορθοδοξίας: Η αναγέννηση, ένωση, μετοχή και κοινωνία με τον Χριστό διά του Αγίου Πνεύματος.
Το Ορθόδοξο, λοιπόν, ήθος, που είναι η κοινωνία του προσώπου με τον Θεό Πατέρα εν Χριστώ, διά του Αγίου Πνεύματος και ο αγιασμός του όλου ανθρώπου στην οδό της θεώσεως, αρχίζει να υπάρχει μόνο όταν έχουμε ως προϋπόθεση την Ορθή Πίστη, την Ορθοδοξία. Γι' αυτό ουδέποτε ο Άγιος ανέχθηκε οποιαδήποτε παρασιώπηση ή παραφθορά της αλήθειας.
Γράφει χαρακτηριστικά ο Ιερός Φώτιος προς τον Πάπα Νικόλαο: «Τὰ οἰκουμενικαὶς καὶ κοιναὶς τυπωθέντα ψήφοις πάσι προσήκει φυλάττεσθαι». Διότι, διά της επιμελούς φυλάξεως της διδασκαλίας των Οικουμενικών Συνόδων, «πᾶσα καινοτομία καὶ αἵρεσις ἀπελαύνεται, τὸ δὲ τῆς Ὀρθοδοξίας ἀκήρατον καὶ ἀρχαιοπαράδοτον φρόνημα ταὶς εὐσεβούντων ψυχαὶς εἰς ἀδίστακτον σεβασμιότητα καθιδρύνεται». Έτσι η μία γενεά, μετά φόβου Θεού, παραδίδει στην επερχόμενη τα της Πίστεως πολύτιμα κεφάλαια που έλαβε, με πλήρη συναίσθηση ότι και η επερχόμενη θα διατηρήσει αλώβητη την Πίστη. Σε μία ομιλία του ο Άγιος εξαίρει τη σπουδαιότητα της συνεχιζόμενης ανελλειπώς διαδοχής:
«Πρὸ τῆς ἑβδόμης Συνόδου, ἔσχε πρὸ ταύτης ἡ Πρώτη πολλῶν ἐν μέρει τᾶς πράξεις μιμήσασθαι. Ἡ Δευτέρα τὴν Πρώτην ὑπογραμμὸν καὶ τύπον ἐδέξατο, τῆς δὲ Τρίτης αὐτὴ μετὰ τὴν πρώτην ὑπῆρξε παράδειγμα, ναὶ δὴ καὶ Τετάρτην ταυταὶς ἐπλούτει μιμήσασθαι καὶ ταὶς ἐφεξῆς ὑπῆρχον αἳ προλαβούσαι διδάσκαλοι». Η απαρίθμηση εδώ των Συνόδων δεν είναι συμπτωματική. Για τον Άγιο, τον της απλανούς γνώσεως κανόνα, το παρελθόν, η παράδοση, τα γενόμενα στο άγιο Σώμα της Εκκλησίας του Χριστού, δεν αποτελούν απλά ιστορικά γεγονότα. Μάλλον αποτελούν υπόδειγμα, τύπο για το μέλλον του Κυριακού Σώματος. Γι' αυτό και δεν επιμένει μόνο στην ιστορική παράδοση ή μετάδοση, ούτε μόνο για τον κληρονομικό χαρακτήρα της διδασκαλίας, αλλά προ παντός για την πληρότητα της αλήθειας, για την ταυτότητα και την συνέχεια της καθολικής εμπειρίας της Εκκλησίας, για την ζωή της μέσα στη χάρη, για το παρόν μέσα στο οποίο κατοικεί ήδη το μέλλον, για το Μυστήριο της Πίστεως.
Η Ενότητα, η Αγιότητα και η Καθολικότητα της Εκκλησίας συμπληρώνονται και καταξιώνονται με την Αποστολικότητά της. Στην Αρχιερατική Προσευχή του Ιησού ο Αγιασμός και η Καθολική Ενότητα της Εκκλησίας συνδέονται άμεσα με την Αποστολικότητα: «Ἶνα ὁ κόσμος πιστεύση, ὅτι Σὺ μὲ ἀπέστειλας». Έτσι η Αποστολικότητα γίνεται οντολογικό γνώρισμα της Εκκλησίας, που εκφράζει και τα άλλα γνωρίσματά Της. Η Εκκλησία είναι Αποστολική, γιατί συνεχίζει την αποστολή του Χριστού και των Αποστόλων Του μέσα στον κόσμο. Ο ιστορικός σύνδεσμός της με τους Αποστόλους και η βεβαίωση του συνδέσμου αυτού με την αναγωγή των κατά τόπους Εκκλησιών και των Επισκόπων στους Αγίους Αποστόλους, αποτελούν τα εξωτερικά τεκμήρια της Αποστολικής Ιδιότητας και Διαδοχής. Το ηθικό δε αίτημα της Αποστολικότητας της Εκκλησίας είναι η υποχρέωση για πιστότητα στην Αποστολική Παράδοσή Της, η οποία εξασφαλίζει την ταυτότητα και ενότητα του ζώντος Σώματος. «Τοῦτο γὰρ τῶν Ἀποστόλων τὸ κήρυγμα, τοῦτο τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων τὸ φρόνημα».
Αγωνιζόμενος ο Άγιος Φώτιος υπέρ «τῆς Πίστεως ημῶν τῶν Χριστιανῶν...., τῆς ἀχράντου καὶ εἰλικρινοῦς λατρείας καὶ τῶν περὶ αὐτὴν Μυστηρίων», στην Εγκύκλιο Επιστολή του του 867 μ.Χ., που απευθυνόταν προς τους κατά Ανατολάς Επισκόπους και Πατριάρχες, στρέφεται στην καταπολέμηση της αιρέσεως, «κατὰ πάσης αἱρέσεως», που απειλεί την ενότητα και την ακεραιότητα της Ορθοδοξίας και συγχρόνως καλεί όλους να είναι άγρυπνοι εναντίων κάθε δυσέβειας. Ο Μέγας Φώτιος, γνωρίζοντας ότι κάθε εκτροπή από την αληθή Πίστη έχει ως συνέπεια την έκπτωση από την πνευματικότητα, κατακρίνει «τὸ τῆς γνώμης ἠρρωστηκὸς καὶ ἀστήρικτον» και καταδικάζει, ως «ἁμαρτίαν πρὸς θάνατον», κάθε εκτροπή από την Ορθοδοξία και την «τῶν παραδοθέντων ἀθέτησιν» ή «καταφρόνησιν» από εκείνους που «κατὰ τῶν ἰδίων ποιμένων ὑπερήφανον ἀναλαμβάνουν φρόνημα, ἐκεῖθεν δὲ κατὰ τοῦ κοινοῦ Ποιμένος καὶ Δεσπότου παρατείνουν τὴν ἀπόνοιαν». Επί της βάσεως αυτής αντέκρουσε όχι μόνο τους Εικονομάχους, αλλά και τις Παπικές αξιώσεις και το Γερμανο-Φραγκικό δόγμα του filioque, το οποίο διασαλεύει την κοινωνία των Αγιοπνευματικών προϋποθέσεων και ενεργειών και δεν έχει θέση μέσα στην κοινωνία του Σώματος της Εκκλησίας και της κοινότητος των αδελφών. Γι' αυτό και η Σύνοδος, η οποία συνήλθε τον Ιούλιο ή Αύγουστο του 867 στην Κωνσταντινούπολη, καθαίρεσε τον Πάπα Νικόλαο για τις αντικανονικές του ενέργειες, ενώ αποδοκίμασε τη διδασκαλία του filioque και τα Ρωμαϊκά έθιμα. Μάλιστα η Εγκύκλιος Επιστολή του Ιερού Φωτίου για τα θέματα αυτά, μετά τη Συνοδική κατοχύρωση του περιεχομένου της, κατέστη ένα σταθερό πλέον κριτήριο για την αξιολόγηση των σχέσεων Ανατολής και Δύσεως.
Ο προστάτης του Φώτιου Καίσαρας Βάρδας δολοφονήθηκε το 866, όπως και ο Αυτοκράτορας Μιχαήλ το 867, από το στενό συνεργάτη του Βασίλειο, ο οποίος ανέβηκε στο Θρόνο Ως Βασίλειος Α' και υπήρξε ο ιδρυτής της Μακεδονικής Δυναστείας. Ο Φώτιος καθαιρέθηκε από το Θρόνο και εξορίστηκε, όχι τόσο ως προστατευόμενος του προηγούμενου Αυτοκράτορα, αλλά κυρίως επειδή ο Βασίλειος αναζητούσε τη συμμαχία του Πάπα και του Αυτοκράτορα της Δύσεως. Ο Ιγνάτιος επανήλθε στον Πατριαρχικό Θρόνο στις 23 Νοεμβρίου 867, αλλά οι σχέσεις του με τον εξόριστο Φώτιο φαίνεται, ότι βελτιώθηκαν και έτσι γύρω στο 876 ο Φώτιος ανακλήθηκε από την εξορία και του ανατέθηκε η εκπαίδευση των παιδιών του Αυτοκράτορα. Μετά το θάνατο του Ιγνάτιου (τον Οκτώβριο του 877), ο Φώτιος επανήλθε στον Πατριαρχικό Θρόνο.
Αυτή τη φορά ο Φώτιος απέκτησε την τυπική αποδοχή και της Δύσης. Στη Σύνοδο που συγκλήθηκε τον Νοέμβριο του 879 στην Κωνσταντινούπολη και επικύρωσε την τοποθέτησή του, συμμετείχαν και οι λεγάτοι του Πάπα Ιωάννη Η΄. Οι δογματικές διαφωνίες δεν αντιμετωπίστηκαν, απλώς μπήκαν στο περιθώριο και η Βουλγαρική Εκκλησία ήδη από το 870, επί Ιγνατίου, είχε αναγνωριστεί ως αυτοκέφαλη. Η αναγνώριση αυτή ήταν αρκετή για να ικανοποιήσει την πολιτική επιδίωξη του Βούλγαρου Βασιλέως Βόριδος - Μιχαήλ και έτσι η Βουλγαρία απομακρύνθηκε από την Λατινική σφαίρα επιρροής.
Όταν ο Βασίλειος Α' πέθανε το 886, τον διαδέχτηκε ο γιος του Λέων ΣΤ', παρά την αντίθετη επιθυμία του πατέρα του. Ένα από τα μέτρα του νέου Αυτοκράτορα για να εδραιωθεί πολιτικά περιστοιχιζόμενος από πρόσωπα της εμπιστοσύνης του, ήταν και η εκ νέου απομάκρυνση του δασκάλου του Φώτιου από τον Πατριαρχικό Θρόνο. Στη θέση του τοποθετήθηκε ο ανήλικος αδελφός του Αυτοκράτορα Στέφανος (ηλικίας μόλις 19 ετών!). Ο Φώτιος εξορίστηκε, πιθανόν σε μονή της Αρμενίας. Κοιμήθηκε οσίως το έτος 891, όντας εξόριστος στη Μονή των Αρμενιανών, όπως άλλοτε ο Θείος και Ιερός Χρυσόστομος στα Κόμανα του Πόντου. Το ιερό και πάντιμο σκήνωμα του Αγίου και Μεγάλου Φωτίου εναποτέθηκε στην λεγόμενη Μονή της Ερημίας (ή Ηρεμίας), που ήταν κοντά στη Χαλκηδόνα. Παλιότερα η Σύναξή του ετελείτο στο Προφητείο, δηλαδή στο Ναό του Τιμίου Προδρόμου και Βαπτιστού Ιωάννου, που βρισκόταν στη μονή της Ερημίας, ενώ τώρα τελείται στην Ιερά Πατριαρχική Μονή της Αγίας Τριάδος στη νήσο Χάλκη, όπου ιδρύθηκε και η Θεολογική Σχολή της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας...
Το συγγραφικό έργο του Μεγάλου Φωτίου είναι εξαιρετικά μεγάλο. Στά φιλολογικά του συγγράμματα περιλαμβάνεται η «Μυριόβιβλος» ή «Βιβλιοθήκη», η οποία περιέχει κρίσεις για 280 συγγραφείς της εκκλησιαστικής και της θύραθεν παιδείας και αποσπάσματα από έργα τους. Η «Βιβλιοθήκη» είναι αφιερωμένη στον αδελφό του Φώτιου Ταράσιο, με σκοπό να μεταδώσει στον αδελφό του τις γνώσεις του από τα βιβλία που κατά καιρούς είχε διαβάσει, ώστε αυτός να παρηγορηθεί για την απουσία του Φώτιου στη Βαγδάτη. Ωστόσο η συστηματικότητα του έργου προδίδει μακρόχρονη εργασία και κράτηση σημειώσεων από βιβλία που ο Φώτιος είτε είχε στην κατοχή του, είτε είχε πιθανόν δανειστεί. Το έργο πολλών από αυτούς τους συγγραφείς δεν σώθηκε μέχρι τις μέρες μας και έτσι μόνο χάρη στο έργο του Μεγάλου Φωτίου έχουμε αποσπάσματα από τους Κτησία, Κόνωνα, Μέμνονα και τα χαμένα βιβλία του Διόδωρου.
Στά φιλολογικά επίσης έργα του περιλαμβάνεται καί η «Λέξεων Συναγωγή», έργο πολύτιμο γιατί ο Μέγα Φώτιος είχε υπόψη του λεξικά που κατόπιν χάθηκαν. Το λεξικό αυτό είχε υπόψη του και ο συγγραφέας του Μεγάλου Ετυμολογικού, καθώ και ο Σουίδας.
Στά θεολογικά έργα του Ιερού Πατρό περιλαμβάνονται: Τα «Αμφιλόχια», τα οποία απευθύνονται στον Μητροπολίτη Κυζίκου Αμφιλόχιο, ο περίφημο «Νομοκάνων», δηλαδή η συλλογή των Αποστολικών και Συνοδικών Κανόνων, τό «Κατά Μανιχαίων», τό «Περί της του Αγίου Πνεύματος μυσταγωγίας», κ.ά. αξιόλογα έργα. Κατέλειπε επίση ο Άγιος καί 263 επιστολές.
Ἀπολυτίκιον
Ἦχος πλ. α’. Τὸν συνάναρχον Λόγον
Τῆς σοφίας ἐκφάντωρ λαμπρὸς γενόμενος, Ὀρθοδοξίας ἐδείχθης θεοπαγῆς προμαχών, τῶν Πατέρων καλλονὴ, Φώτιε Μέγιστε, οὐ γὰρ αἱρέσεων δεινῶν, στηλιτεύεις τὴν ὀφρύν, Ἐώας τὸ θεῖον σέλας, τῆς Ἐκκλησίας λαμπρότης, ἣν διατηρεῖ Πάτερ ἄσειστον.

Ἕτερον Ἀπολυτίκιον
Ὡς τῶν Ἀποστόλων ὁμότροπος καὶ τῆς οἰκουμένης διδάσκαλος, τῷ Δεσπότῃ τῶν ὅλων ἱκέτευε, Φώτιε, εἰρήνην τῇ οἰκουμένῃ δωρίσασθαι καὶ ταῖς ψυχαῖς ἡμῶν τὸ μέγα ἔλεος.