Κυριακή 9 Ιανουαρίου 2011

ΔΩΔΕΚΑΤΗ ΣΥΝΑΝΤΗΣΙΣ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΚΑΤΗΧΗΤΙΚΗΣ ΣΧΟΛΗΣ
Πραγματοποιήθηκε τό ἑσπέρας τῆς Κυριακῆς 27ης Δεκεμβρίου 2010/9ης Ἰανουαρίου 2011, στό Ἱερό Ἡσυχαστήριο Παναγίας Παραμυθίας Ἀχαρνῶν, ἡ δωδεκάτη συνάντησις τῆς Ὀρθοδόξου Κατηχητικῆς Σχολῆς. Προηγήθηκε ὁ Ἑσπερινός, χοροστατοῦντος τοῦ Σεβ. Μητροπολίτου κ. Κηρύκου καί στή συνέχεια ὁ Καθηγητής κ. Ἀντ. Μάρκου ἀνέλυσε τήν Εὐαγγελική καί Ἀποστολική περικοπή τῆς ἡμέρας (θανάτωσις τῶν 14.000 Νηπίων καί τοῦ ἁγ. Πρωτομάρτυρος καί Ἀρχιδιακόνου Στεφάνου ἀντίστοιχα). Στή συνέχεια καταχωρεῖται σύντομος Βίος τοῦ Πρωτομάρτυρος, μέ ἔμφαση στά Ἅγια Λείψανά του (ἀπό τήν ἐργασία τοῦ διδάσκοντος περί τῶν Ἀδιαφθόρων Ἁγίων τῆς Ἐκκλησίας):
Ὁ ἅγ. Στέφανος εἶναι ὁ πρῶτος τῶν Ἑπτά Διακόνων τῆς πρωτοχριστιανικῆς Ἐκκλησίας. Γιά τήν ὁμολογία τῆς πίστεώς του στή θεότητα τοῦ Χριστοῦ, ὁδηγήθηκε ἀπό τούς Ἰουδαίους στό κριτήριο καί καταδικάσθηκε σέ θάνατο μέ λιθοβολισμό. Τελειώθηκε δεόμενος "Κύριε, μή στήσης αὐτοῖς τήν ἁμαρτίαν ταύτην" (Πράξ. 7, 60).
Τό μαρτυρικό του Λείψανο κηδεύθηκε ἀπό τόν διδάσκαλό του Γαμαλιήλ στά πλάγια μέρη τοῦ Ναοῦ. Ὅταν σταμάτησε ὁ διωγμός, ὁ Ἅγιος ἐμφανίσθηκε στόν ἐνάρετο Ἱερέα Λουκιανό καί τοῦ ὑπέδειξε τήν θέση τοῦ Λειψάνου του, τό ὁποῖο ἀνακομίσθηκε ἀδιάφθορο καί κατατέθηκε στήν Ἁγία Σιών. Ἀπό τούς αὐτόπτες τῆς Ἀνακομιδῆς μαρτυρεῖται, ὅτι "αἱ πληγαί αἱ προελθοῦσαι ἐκ τῶν λιθοβολημάτων ἔλαμπον ὡς οἱ ἀστέρες τοῦ οὐρανοῦ"! Κατά τήν βασιλεία τοῦ Μεγ. Κωνσταντίνου τό Λείψανο - ἐκτός τῆς δεξιᾶς χειρός - ἀνακομίσθηκε στήν ΚΠολη. Ἀργότερα ὁ Αὐτοκράτορας Θεοδόσιος Β' ὁ Μικρός, ἔστειλε στή Σιωνίτιδα Ἐκκλησία μεγάλες δωρεές καί πέτυχε νά δωρηθῆ ἡ δεξιά τοῦ Πρωτομάρτυρος στήν ἀδελφή του ἁγ. Πουλχερία .
Δέν εἶναι γνωστό πότε καί κάτω ἀπό ποιές συνθήκες τό Λείψανο τοῦ ἁγ. Στεφάνου διαλύθηκε. Σήμερα πάντως μέρος τῆς δεξιᾶς του σώζεται στή Μονή Κωνσταμονίτου Ἁγίου Ὄρους, ἡ δεξιά του παλάμη στήν Μονή Νεάμτς Ρουμανίας καί τμήματα τῆς Κάρας του στίς Μονές Ξενοφῶντος Ἁγίου Ὄρους καί Μεγάλου Σπηλαίου Καλαβρύτων.
Ἡ μνήμη του τιμᾶται τήν 27η Σεπτεμβρίου καί ἡ Ἀνακομιδή τοῦ Λειψάνου του τήν 2α Αὐγούστου.

ΣΥΝΕΣΤΙΑΣΙΣ ΜΕ ΤΗΝ ΕΥΚΑΙΡΙΑ ΤΗΣ ΕΟΡΤΗΣ ΤΩΝ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΩΝ

Μέ τήν εὐκαιρία τῆς ἑορτῆς τῶν Χριστουγέννων, πραγματοποιήθηκε συνεστίασις τῶν συμμετεχόντων στίς συναντήσεις τῆς Ὀρθοδὀξου Κατηχητικῆς Σχολῆς. Ἡ συνεστίασις πραγματοποιήθηκε τό βράδυ τῶν Χριστουγέννων (Παρασκευή 25η Δεκεμβρίου 2010/7η Ἰανουαρίου 2011) καί φιλοξενήθηκε στό Ἀρχονταρίκι τοῦ Ἱεροῦ Ἡσυχαστηρίου Παναγίας Παραμυθίας Ἀχαρνῶν. Παρεκάθησαν ὁ Σεβ. Μητροπολίτης κ. Κήρυκος, ὁ Ὁσιώτατος Μοναχός π. Κύριλλος καί ἀρκετοί πιστοί, ὅλων τῶν ἡλικιῶν.

Ἐκτός τῆς κοινῆς τραπέζης τό πρόγραμμα περιλάμβανε τά Χριστουγεννιάτικα Κάλαντα (τοῦ Πόντου κ. ἄ. περιοχῶν τῆς Ἑλληνικῆς μας Πατρίδος), τά ὁποῖα ἔψαλλαν οἱ παριστάμενοι, Χριστουγεννιάτικα τραγούδια ἀπό τά παριστάμενα παιδιά, τά ἐπίκαιρα διηγήματα Φώτη Κόντογλου "Τό βλογημένο μαντρί" (κατάλληλα διασκευασμένο) καί τῆς Γαλάτειας Γρηγοριάδου - Σουρέλη "Τό κακό παιδί τῆς Βηθλεέμ" (τά ὁποῖα ἀπήγγειλε ὁ Καθηγητής κ. Ἀντ. Μάρκου), ἐπίκαιρη συζήτηση καί διανομή δώρων στούς μικρούς φίλους τῆς συντροφιᾶς.

Ἡ ἐκδήλωση εὐχαρίστησε ὅσους συμμετεῖχαν καί ἐπανέφερε στή σκέψη τίς Ἀγάπες τῶν πρώτων Χριστιανῶν, ὅπου μαζί μέ τήν πνευματική τροφή, τόν λόγο τῶν Ἀποστόλων, οἱ συμμετέχοντες ἐγεύοντο καί τῶν ὑλικῶν ἀγαθῶν, τά ὁποῖα ἦσαν κοινά στήν πρωτο-Χριστιανική Ἐκκλησία, ὅλοι δέ συμφώνησαν στήν ἀνάγκη οἱ συνεστιάσεις νά γίνουν θεσμός, ἐφ' ὅσον φέρνουν τούς πιστούς πιό κοντά καί καλλιεργοῦν τήν μεταξύ τους ἀγάπη καί τήν φιλαδελφεία.

Δευτέρα 3 Ιανουαρίου 2011

ΕΝΔΕΚΑΤΗ ΣΥΝΑΝΤΗΣΙΣ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΚΑΤΗΧΗΤΙΚΗΣ ΣΧΟΛΗΣ


Μέ τήν χάρι τοῦ Θεοῦ πραγματοποιήθηκε τό ἑσπέρας τῆς Κυριακῆς πρό τῆς Χριστοῦ Γεννήσεως (20η Δεκεμβρίου 2010/2α Ἰανουαρίου 2011), ἡ ἐνδεκάτη συνάντησις τῆς Ὀρθοδόξου Κατηχητικῆς Σχολῆς, στό φιλόξενο Ἡσυχαστήριο Παναγίας Παραμυθίας Ἀχαρνῶν. Ἡ συνάντησις αὐτή ἐπεφύλασσε στούς συμμετέχοντες δύο ἰδιαίτερες εὐλογίες.

Α. Μετά τόν Ἑσπερινό πού προηγεῖται τῶν συναντήσεων, τελέσθηκε Τρισάγιο ὑπέρ ἀναπαύσεως τῆς ψυχῆς τοῦ μακαρίου Ἱερομονάχου Πατρός Ἰγνατίου (Μπέτση, + 1971), μέ τήν εὐκαιρία τῆς ὀνομαστικῆς του ἐορτῆς ἐπί τῆ μνήμῃ τοῦ ἁγ. Ιγνατίου τοῦ Θεοφόρου. Τοῦ Τρισαγίου προέστη ὁ Σεβ. Μητροπολίτης κ. Κήρυκος, βοηθούμενος ἀπό τόν Ἱερομ. π. Παντελεήμονα Βίλιτσιτς. Μέ τήν εὐκαιρία αὐτή ὁ διδάσκων Καθηγητής κ. Ἀντ. Μάρκου, παρουσίασε "δι' ὀλίγων" τόν μακάριο Πατέρα Ἰγνάτιο (τοῦ ὁποίου ὁ Βίος ἔχει ἤδη ἀναρτηθεῖ στόν παρόντα Ἰστότοπο), ὡς προετοιμασία τῶν παρισταμένων γιά τήν συνάντηση τῆς ἑπομένης Κυριακῆς, κατά τήν ὁποία θά παρουσιαστεῖ ὁ π. Ἰγνάτιος, μέ τήν εὐκαιρία τῆς ἐπετείου τῆς κοιμησεώς του, τήν 28η Δεκεμβρίου 1971 (ὑπενθυμίζεται, ὅτι ὁ θεματικός κύκλος τῶν συναντήσεων του διδακτικοῦ ἔτους 2010 - 2011, εἶναι οἱ νεοφανεῖς Ἅγιοι τῆς Γνησίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ἀπό τό 1924 κ. ἐξ.).

Β. Στήν συνέχεια, οἱ παριστάμενοι εἶχαν τήν ἰδιαίτερη εὐλογία τῆς προσκυνήσεως τῶν ΕΥΩΔΙΑΖΟΝΤΩΝ Λειψάνων τοῦ Ὁσίου Λεοντίου τῆς Σάμου, τοῦ διά Χριστόν Σαλοῦ (+ 1993), τά ὁποῖα ἀπεκτήθησαν προσφάτως ἀπό τήν Ἱερά Μητρόπολη Μεσογαίας (σημειώνεται, ὅτι ἡ τιμία Κάρα καί τά λοιπά Λείψανα τοῦ μακαρίου Πατρός Λεοντίου, φυλάσσονται στό χωρίο του, τόν Πλάτανο Σάμου, ἀπό τήν κατά σάρκα ἀνηψιά του κ. Βικτωρία..., ένῶ μικρό μέρος τους βρίσκεται στήν Ἱερά Μονή Κύκκου Κύπρου). Ἡ εὐωδία τῶν ἁγίων Λειψάνων ἦταν τόση καί τέτοια, ὥστε - ὅπως παρατήρησαν ἀρκετοί πιστοί - δέν χρειάζοταν κἄν νά σκύψει κανείς νά προσκυνήσει στήν Λειψανοθήκη, ἡ εὐωδία ἔφθανε παντοῦ! Μέ τήν εὐκαιρία αὐτῆς τῆς μεγάλης εὐλογίας, ἔγινε μικρή ἐπανάληψις τοῦ ἤδη παρουσιασθέντος βίου τοῦ ὁσ. Λεοντίου.

Μετά τό πέρας τῆς συναντήσεως προσφέρθηκε (ὡς συνήθως) κέρασμα στό Ἀρχονταρίκι τοῦ Ἡσυχαστηρίου, κατά τήν διάρκεια τοῦ ὁποίου συζητήθηκαν οἱ λεπτομέρειες τῆς συνεστιάσεως πού θά πραγματοποιηθεῖ ἐκεῖ, τό βράδυ τῶν Χριστουγέννων, σέ μία προσπάθεια ἀναπτύξεως τῶν κοινωνικῶν καί φιλικῶν ἐν Χριστῶ σχέσεων τῶν συμμετεχόντων στίς συναντήσεις τῆς Σχολῆς.

Στή συνέχεια, "εἰς μνημόσυνον" τοῦ μακαρίου Πατρός Ἰγνατίου, δημοσιεύουμε τήν εἰσήγηση τοῦ Διδασκάλου ἀπό τήν Πάτρα κ. Ἀνέστη Χατζῆ, τήν ὁποία παρουσίασε κατά τήν διάρκεια τῆς πρός τιμήν τοῦ Πατρός Ἰγνατίου Ἡμερίδας τήν ὁποία διοργάνωσε ἡ Ἱερά Μητρόπολις Μεσογαίας, τήν 15/28.4.2001.

Τριάντα χρόνια μετά τήν ὁσία κοίμησή του, συναχθήκαμε γιά νά μιλήσουμε γιά τόν π. Ἰγνάτιο. Εἶναι ἀνάγκη; Εἶναι. Γιατί; Διότι τό ἀπαιτεῖ:
Ἡ κακή ἐκκλησιαστική μας κατάσταση.
Ἡ κάμψη τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ φρονήματος.
Ἡ κραυγή ἀναζήτησης τοῦ καλοῦ ποιμένος.
Ἡ ἀνάγκη ζωντανοῦ προτύπου. Καί
Ἡ ἀνάγκη τῆς ἐπαναβεβαίωσης, ὅτι ἡ Ἐκκλησία ζῆ.
«Ἐγένετο ἄνθρωπος ἀπεσταλμένος παρά Θεοῦ, ὄνομα αὐτῶ Ἰγνάτιος». Ἐπειδή:
Ἡ Ἐκκλησία τῶν Γ.Ο.Χ. δέν ἔχει, εἶναι ἀλήθεια δυστυχῶς, τήν δυνατότητα νά παράγει ἐκκλησιαστικά στελέχη αὐτῆς τῆς ποιότητας! Ὅ,τι καλό βλαστάνει καί ἀνθίζει ὀφείλεται στήν οἰκογενειακή ἀνατροφή καί τήν ἀτομική προσπάθεια κυρίως καί λιγότερο στήν ἐκκλησιαστική προσπάθεια.
Ὁ π. Ἰγνάτιος δέν μαθήτευσε στούς κόλπους τῆς Ἐκκλησίας. Ὅ,τι εἶχε τό εἶχε ἀφ’ ἑαυτοῦ του (μόρφωση καί μαθητεία στό Νέο Ἡμερολόγιο). Ὑπῆρξε πρωτότυπος γιά τά δικά μας δεδομένα.
Ἡ γενική ἐντύπωση: Ἕνας ἄνθρωπος ξένος, χωρίς συμπλέγματα, ἀγκυλώσεις, διδακτισμό καί αὐταρχισμό. Ἕνας Γ.Ο.Χ. πού δέν ἦταν Παλαιοημερολογίτης. Φαίνεται ἀπό μακρυά ἡ διαφορετικότητά του. Πᾶμε πιο κοντά; Πατήρ Ἰγνάτιος σημαίνει γιά μένα: Χαρά καί περιέργεια. Χαρά καί περίσκεψη. Χαρά καί αὐτεπίγνωση. Χαρά καί κατάνυξη. Χαρά καί προσπάθεια. Χαρά καί ὅ,τι ἄλλο θέλεις! Διότι Ἐκκλησία σημαίνει πάνω ἀπό ὅλα χαρά!
Τόν πλησιάζεις καί σέ συλλαμβάνει μέ τό δύχτι τῆς χαρᾶς. (Δέν ὑπάρχει πνευματικότητα, ὅπου δέν ὑπάρχει χαρά).
Ὁ π. Ἰγνάτιος εἶναι ἄνθρωπος πνευματικός, ἄνθρωπος Ἀποστολικός, ἄνθρωπος ὑπόδειγμα. Στό «κάνε ὅ,τι σοῦ λέω», ἀντιπαραθέτει τό «κάνε ὅ,τι βλέπεις καί αἰσθάνεσαι»!
Δέν γνωρίζω, ἄν ὁ π. Ἰγνάτιος ἐκτελοῦσε καθήκοντα μοναχοῦ, σάν ὅλους τούς μοναχούς ἤ ἄν ἡ ἐξαντλητική του ἄσκηση ἦταν γι’ αὐτόν ὑπέρτατη ἀπόλαυση καί ἀποζητοῦσε τίς ὧρες τῆς νύχτας, ὅταν οἱ ἄλλες μέριμνες τοῦ ἄφηναν ἐλεύθερο χρόνο. Ἡ ἐγκράτεια ἦταν γι’ αὐτόν φιλοσοφία, ἡ ἀδιάλειπτη προσευχή καταφύγιο, τό ἐργόχειρο καί ἡ ὀλιγολογία στολίδι.
Ὁ π. Ἰγνάτιος ἦταν ἄνθρωπος σύγχρονος, ἄνθρωπος κοινωνικός. Ἐκτελεῖ μιάν ἀποστολή. Καί αὐτή δέν ἦταν ἀποστολή ἀναχωρητοῦ μοναχοῦ, ἀλλά κληρικοῦ. Κλῆρος του ἦταν τό ποίμνιο καί ἡ θέση του στήν κοινωνία. Ὁ κληρικός εἶναι ἀνώτερος τοῦ μοναχοῦ.
Συναναστρέφεται κάθε ἄνθρωπο, ἀνεξαρτήτως φύλου καί ἡλικίας. Μέ ὅλους προσηνής, ἐγκάρδιος, προσιτός καί συνάμα ἀπρόσιτος. Ἐγγύς καί μακράν. Ὅσο περισσότερο σέ ἀφῆνει νά τόν πλησιάσεις, τόσο περισσότερο ἀναγνωρίζεις τόν ἀσκητή. Εἶναι πάντα ἀνώτερος καί πάντας σέ ἀπόσταση, διότι ὁ σεβασμός πού ἐμπνέει εἶναι μεγάλος καί ἰσχυρός.
Ὁ π. Ἰγνάτιος στό θέμα τῆς Πίστεως, στό ζήτημα τοῦ Ἑορτο-λογίου, τῆς Ὁμολογίας κ.λ.π. ὑπῆρξε ρηξικέλευθος, κάθετος, κατηγορηματικός. Ὅμως ἡ ἀκρίβεια τῆς πίστεως, μετουσιούμενη σέ ἀκρίβεια Χριστιανικοῦ βίου, δέν εἶχε ἴχνος σκαιότητας, στυγνότητας, ἰταμότητας, ἀλαζονείας καί ἐπιδείξεως πού χαρακτηρίζουν πολλούς ἄλλους ἀκριβολόγους τῆς Πίστεως.
Ὁ π. Ιγνάτιος δέν εἶναι ἁπλά ζηλωτής, εἶναι φλογερός, εἶναι πυρπολητής. Πλήν ὅμως ὁ ζῆλος τῆς ἀρετῆς κάνει τήν φλόγα του δροσιά. Ὁ λόγος του δέν εἶναι λίβας πού καίει, πού καυτηριάζει, πού κατελέγχει, εἶναι δρόσος Ἀερμών, εἶναι δροσοπηγή πού καλεῖ τόν περιπλανώμενο στῆς κοινωνικῆς συνάφειας τό ἄγονον καί ἄνυδρον.

Ἡ μόρφωση
Τά γράμματα ὁπωσδήποτε συμβάλλουν στή μόρφωση, ὅταν ὁ σπουδαστής τά χρησιμοποιεῖ ὡς ὄργανο καί ὄχι ὡς κτῆμα ἤ τυπικό προσόν. Ὁ π. Ἰγνάτιος χρωστάει πολλά στά γράμματα, αὐτό τό βλέπεις στήν ποιότητα τοῦ λόγου του, ἑνός λόγου προσωπικοῦ πού ἀναβλαστάνει ὅ,τι ὁ ἴδιος ἔχει ἀφομοιώσει διά τῆς προσωπικῆς μελέτης καί ἀσκήσεως. Ἑνός λόγου ἀπλοῦ, εὐχερῶς διατυπωμένου, πού ἐκφράζει ἐλευθερία καί εὑρύτυτα σκέψεως, σφραιρικότητα, πληρότητα γνώσεως καί ἀκρίβεια. Ἑνός λόγου εὐχάριστου, ἀφομοιώσιμου, ἥρεμου, διδακτικοῦ ἤ κατανυκτικοῦ, πού ἀποπνέει Ὀρθοδοξία, ἀρετή καί πνευματική ἐμπειρία.
Ἡ γλῶσσα πού χρησιμοποιεῖ εἶναι ἀπλή καί ἀνεπιτήδευτη. ἡ χρειά τῆς φωνῆς του λεπτή, μελωδική, μέ τονικές ἐναλλαγές, ἀφηγηματικῆς μορφῆς, ἥρεμη, πού τονίζεται μέ μικρές κινήσεις τῶν χεριῶν. Εἶναι ἕνας τρόπος πού φανερώνει διδακτική ἐμπειρία, αὐτοπεποίθηση καί κυριαρχία.
Ὁμιλεῖ ὁ π. Ἰγνάτιος καί παγώνει κάθε ἦχος. Αὐτιά καί μάτια ἀνοιχτά. Οἱ καρδιές χτυποῦν, τά κεράκια συνεχίζουν νά λιώνουν καί πολλές φορές ὁ ἱδρώτας τρέχει ποτάμι στήν Ὡραία Πύλη.
Αὐτή ὅμως ἡ μόρφωση, ἡ μόρφωση τῶν γραμμάτων, δέν μετράει καθόλου γιά τόν π. Ἰγνάτιο. Θεωρεῖ πώς ὅλη ἡ μόρφωση χρειάστηκε μόνο καί μόνο γιά νά τόν φέρει στήν Ἐκκλησία. Ὁ ρόλος της τελείωσε. Ἡ πνευματική μόρφωση τώρα ἀρχίζει. Ἔτσι δέν εἶναι φίλος τῶν πτυχίων, τῆς θύραθεν παιδείας, εἶναι φίλος τῆς πνευματικῆς ἐργασίας, ἀπ’ ὅπου πηγάζει ἡ πνευματική ἐμπειρία, ἡ ἀποκάλυψη, τό θαῦμα. Ὁ π. Ἰγνάτιος βιώνει τό Μυστήριο τῆς Πίστεως καί σ’ αὐτό τό γεγονός καλεῖ κι ἐμᾶς.

Ὁ Πνευματικός Πατήρ
Κάθε ἕνας ἔχει σχηματίσει τήν γνώμη, κοινή γνώμη θά ἔλεγα, πρί τοῦ Πνευματικοῦ Πατρός, τοῦ καθοδηγητοῦ, τοῦ ἐξομολόγου. «Τό ξέρει ὁ Πνευματικός σου; Ζήτησες ἄδεια ἀπό τόν Πνευματικό σου;» Ὡς Πνευματικός ὁ π. Ἰγνάτιος δέν ὑπῆρξε τέτοιος. Δέν ἦταν ἀκριβῶς Πατήρ, ἦταν ὁ ἀδελφός, ὁ συναγωνιστής, ὁ σύντροφος πού σέ καλεῖ νά βάψεις «τήν χείρα ἐν τῶ τριβλίῳ μετ’ αὐτοῦ». Θά μέ ἀκούσει, θά χαρεῖ, θά λυπηθεῖ, θά θυμώσει, ἀλλά σάν ἑταῖρος. Σοῦ ἀφήνει τήν ἐντύπωση, ὅτι ὁ ἀγώνας πού σοῦ ἀναθέτει εἶναι συνεταιρικός, ὅτι δέν εἶσαι μόνος σου, ὅτι συμπάσχει καί αὐτός. Θυμώνει γιά τήν ἐπιμονή, σάν νά θυμώνει μέ τόν ἑαυτό του. Δέν εἶναι ἕτερος, εἶναι ἑταῖρος. Ὅταν προδίδεις τόν ἀγώνα σου εἶναι σάν νά προδίδεις τόν ἴδιο. Εἶναι αὐστηρότατος, ἀφήνοντάς σε νά πιστεύεις ὅτι σοῦ φέρθηκε μέ ἐπιείκεια.
Ἡ ἐξομολόγηση εἶναι χαρά, ἐλπίδα, ἀσφάλεια, ἱκανοποίηση, αὐτεπίγνωση, φιλοτιμία. Θέλει ἄσκηση, μελέτη καί προσευχή. Δέν ζητάει ταπείνωση καί ὑπακοή, αὐτά τά ἐμπνέει. Δέν χτίζει, θεμελιώνει. Ἡ ἐξομολόγηση δέν εἶναι ἀνάκριση καί ἐξιλέωση. Εἶναι μάθημα, ἀπαίτηση, παράκληση, διαφύλαξη τῆς Ὁμολογίας, τήρηση τῶν ἐντολῶν, φόβος Θεοῦ, αὐτογνωσία, ἐγκράτεια καί προσευχή.
Ὅταν ἐρχόταν ὁ π. Ἰγνάτιος εἶχα τήν ἐντύπωση, ὅτι ἐρχόταν ἀποκλειστικά γιά μένα κατά τό «Ζακχαῖε κατάβηθι ἐν τῶ οἴκῳ σου δεῖ μέ μεῖναι». Ἀγαποῦσε τήν σωτηρία τῆς ψυχῆς μου καί δέν ἔβαζε τίποτα μπροστά σ’ αὐτό. Εἶσαι ὁ μοναδικός ψάλτης καί δέν κάνει νά ψάλλεις; Ποτέ νά μήν γίνει ἡ Λειτουργία. Δέν σέ θυσιάζει γιά τίποτα στόν κόσμο. Μέ Πνευματικό τόν π. Ἰγνάτιο συνειδητοποιεῖς τήν ἀξία τῆς ψυχῆς σου.
Ὡς Πνευματικός Πατήρ ὁ π. Ἰγνάτιος δέν εἶναι αὐταρχικός. Φανερό δεῖγμα, ὅτι δέν ἀνατράφηκε ὡς ὑποτακτικός μοναχός, μέ μία ὑποχρεωτική ὑποταγή πού ἀρκετές φορές ἀντί νά ὁδηγεῖ στήν ταπείνωση, μετεξελίσσεται σέ αὐταρχικότητα καί ἀντί νά ἐλευθερώνει, διαπλάθει συμπλεγματική προσωπικότητα στόν μετέπειτα Ἱερομόναχο. Ἔτσι μή ὄντας αὐταρχικός, δέν δημιουργεῖ κύκλο γύρω ἀπό τόν ἑαυτό του, δέν «ἀποσπᾶ τούς μαθητάς ὀπίσω» του. Κύκλος του εἶναι ὅλο τό ποίμνιο. Δέν διαθέτει στενούς φίλους καί γυναῖκες «παρά τούς πόδας αὐτοῦ».

Ὁ Λειτουργός
Δέν εἶχε δική του ἐνορία, γύριζε ἀπό τόπου εἰς τόπον. Ὁσάκις ἦρθε στήν πόλη μας, σεβάστηκε τίς συνήθειές μας, τό τυπικό μας, τούς ἐργάτες τῆς Ἐκκλησίας καί πολιτεύτηκε μέ διάκριση. Εἴχαμε ἀκόμα τόν παλιό Ἱερέα μας. Δέν σφετερίστηκε τό ποίμνιό του, τά διακαιώματά του, δέν τόν ἀνταγωνίστηκε, δέν τόν σχολίασε. Τόν ὑπηρέτησε, θά ἔλεγα, σάν πατέρα καί ἀδελφό. Ὑπῆρξε τίμιος ἐργάτης τοῦ Εὐαγγελίου, γνήσιος Λειτουργός. Μετά τήν ἀνάγνωση τοῦ Εὐαγγελίου κήρυττε τόν λόγο τοῦ Θεοῦ. Πολλές φορές συγκέντρωνε τούς πιστούς σέ κάποιο σπίτι καί μιλοῦσε καί τό ἀπόγευμα.
Ἐνῶ ἦταν φύση καλλιτεχνική καί μελετοῦσε τήν Ἐκκλησιαστική Τέχνη (ἁγιογραφία, ὑμνογραφία, κ.λ.π.), δέν διέθετε φωνή ψαλτική. Ἦταν τελείως παράφωνος, ἐκτός κι ἄν τό ἔκανε σκοπίμως. Εἶναι ἀλήθεια πώς δέν μποροῦσες ὡς ψάλτης νά κάνεις ἐπίδειξη τέχνης καί φωνῆς, μέ λειτουργό τόν π. Ἰγνάτιο. Φιλάσθενος ὅπως ἦταν, ἦταν πάντα κουρασμένος, ἰδρωμένος καί τά τελευταῖα χρόνια στεκόταν μέ δυσκολία καί κύρηττε. Τά ἄμφια ἦταν κάτι ξένο πάνω του, δέν τοῦ ταίριαζαν τά χρυσοϋφαντα, τό τριμμένο ράσο καί τό σκουφάκι τοῦ πήγαιναν καλύτερα.

Ὁ Ὀρθόδοξος
Ὑπῆρξε γνήσιος τηρητής, φύλακας τῶν ἐκκλησιαστικῶν παραδό-σεων. Ἀπρικατάληπτος μελετητής τῆς λειτουργικῆς καί καλλιτεχνικῆς ἐκκλησιαστικῆς παραδόσεως. Ἐξέφραζε πάντα τήν γνώμη του μέ τήν εὐθύτητα πού ταιριάζει σέ πνευματικό ἄνθρωπο. Ὑπερασπίστηκε πάντα τίς Ὀρθόδοξες θέσεις, ἀδιαφορῶντας γιά τίς γύρω του ἀντιδράσεις καί προσωπικές ἐπιθέσεις, χωρίς νά ἐπιβάλλει τίς ἀντιλήψεις του, χωρίς πάθος, χωρίς συσπειρώσεις καί σχίσματα.
Ὑπῆρξε γνήσιος ὑπερασπιστής τοῦ Ἁγίου Πατρός Ματθαίου. Ὑπερασπίζεται μέ καθαρότητα ἤθους, μέ συνέπεια, ἁπλότητα, σαφήνεια καί ἀκρίβεια τήν ἐκκλησιαστική πολιτική τοῦ Ἁγίου Πατρός. Ἡ καταδίκη τῆς ἀλλαγῆς τοῦ Ἡμερολογίου, ἡ Ὁμολογία τοῦ 1935, ἡ στάση ἀπέναντι στό Σχίσμα τῶβ Φλωρινικῶν, ἡ χειροτονία Ἐπισκόπου ὑπό μόνου τοῦ Ἁγίου Πατρός καί ὁ καθαγιασμός τοῦ Ἁγίου Μύρου, ἱστορικοί σταθμοί ἐκκλησιαστικῆς δόξας καί μεγαλείου, εἶναι καύχημα γιά τόν π. Ἰγνάτιο. Ἔχει ἐπίγνωση τῆς μοναδικότητας, τῆς παγκοσμιότητας, τῆς αὐθεντίας τῆς Ἐκκλησίας στήν Ὁποῖα ἀνήκει. Σπάνιο φαινόμενο Ὀρθοδόξου, ὅταν ἡ συντριπτική πλειοψηφία Κληρικῶν καί λαϊκῶν διακατέχεται ἀπό μία ἐμετική παραταξιακή Παλαιοημερολογίτικη νοοτροπία, πού παρά τίς πομπώδεις, ὑπεφύαλες διακηρύξεις, δυσκολεύεται νά κρύψει τό κόμπλεξ κατωτερότητος πού τήν διακατέχει - λόγῳ ἔλλειψης αὐτοπεποίθησης – καί τήν ἀγωνία τῆς μοναξιᾶς, πράγμα πού καταφαίνεται στή θέα μιᾶς διαρκοῦς ἐλεεινῆς ἐκκλησιαστικῆς κατά-στάσεως δεκαετιῶν, μιᾶς ἐκκλησιαστικῆς Ψωροκώσταινας, μιᾶς διοικητικῆς ἀτολμίας καί ἀπραξίας, μιᾶς ἀποτελματώσεως, μιᾶς συνεχοῦς παρακμῆς, ὅπου ἡ πρόοδος καί ἡ πνευματική ζωτικότητα καί γονιμότητα εἶναι μία θαμπή ἀνάμνηση…
Ὁ π. Ἰγνάτιος ὑπῆρξε ἀριστοκράτης, ἄξιος καί γι’ αὐτό ἀγέρωχα σιωπηλός. Ἔφυγε ὁ π. Ἰγνάτιος. Ἔφυγε ὁ ποιμένας καί διασκορπίστηκαν τά πρόβατα, ἄλλα ἐδῶ κι ἄλλα ἐκεῖ. Σέ ὅλους, πιστεύω, κάτι μένει, ἔστω κι ὡς φευγαλέα φάρου ἀναλαμπή μέσα στό ὀμιχλῶδες πέλαγος τῆς θύμησης…

Τοῦ μακαρίου Πατρός Ἰγνατίου εἰη Αἰωνία ἡ Μνήμη.

Κυριακή 26 Δεκεμβρίου 2010

ΔΕΚΑΤΗ ΣΥΝΑΝΤΗΣΙΣ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΚΑΤΗΧΗΤΙΚΗΣ ΣΧΟΛΗΣ

Πραγματοποιήθηκε τό ἑσπέρας τῆς Κυριακῆς 13ης/26ης Δεκεμβρίου 2020, ἡ δεκάτη συνάντησις τῆς Ὀρθοδόξου Κατηχητικῆς Σχολῆς τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Μεσογαίας καί Λαυρεωτικῆς. Προηγήθηκε Ἑσπερινός στό Παρεκκλήσιο Ὑπεραγίας Θεοτόκου Παραμυθίας. Συμμετεῖχαν ὁ Σεβ. Μητροπολίτης κ. Κήρυκος, ὁ Ἱερομόναχος π. Παντελεήμων Βίλιτσιτς, ὁ μοναχός π. Ἐλισσαῖος ἀπό τό Μαυροβούνιο καί οἱ τακτικῶς συμμετέχοντες πιστοί.


Κατά τήν συνάντηση ὁ Καθηγητής κ. Ἀντ. Μάρκου ἀνέπτυξε τό θέμα, "Ὁ ἅγ. Σπυρίδων Τριμυθοῦντος ὡς ὑπέρμαχος τῆς Πρώτης Συνόδου". Ἡ ἀνάπτυξις τοῦ θέματος περιλάμβανε ἀναφορά στίς Χριστολογικές ἔριδες τῶν πρώτων Χριστιανικῶν αἰώνων, στήν ἀντιμετώπισή τους ἀπό τήν Ἐκκλησία (ἡ Α' Οἰκουμενική Σύνοδος καί ὁ ρόλος - θεολογικός καί θαυματουργικός - τῶν Ἁγίων Ἀθανασίου τοῦ Μεγάλου, Νικολάου ἐπ. Μύρων καί Σπυρίδωνος ἐπ. Τριμυθοῦντος), σύντομη περιγραφή τοῦ βίου τοῦ ἁγ. Σπυρίδωνος, τῆς πορείας τοῦ ἀδιαφθόρου Λειψάνου του ἀπό τήν Κύπρο στήν Κέρκυρα, μέσῳ ΚΠόλεως καί κάποια ἀπό τά πλέον σημαντικά θαύματά του.

Παρενθετικῶς ἀναπτύχθηκε καί τό θέμα τῆς νηστείας (ἐν ὄψει τῆς Τεσσαρακοστῆς τῶν Χριστουγέννων) καί παρουσιάσθηκαν ἀναλυτικῶς οἱ κατά τόν Ἐπίσκοπο Ἰωάννη (ἐρημίτη στά δάση τῆς Μολδαβίας) ἑπτά βαθμίδες τῆς νηστείας. Στήν συνέχεια παρατίθεται σύντομος Βίος τοῦ ἁγ. Σπυρίδωνος, ὅπως εἶναι καταχωρημένος στήν ἐργασία τοῦ Καθηγητοῦ κ. Ἀντ. Μάρκου, "Περί τῶν ἀδιαφθόρων ἁγίων Λειψάνων".

Ὁ ἅγ. Σπυρίδων εἶναι ἕνας τῶν μεγάλων Πατέρων καί οἰκουμενικῶν Διδασκάλων τῆς Ἐκκλησίας. Κύπριος στήν καταγωγή, ἁπλός καί ταπεινός ἔγγαμος χωρικός καί ποιμένας προβάτων, ἀναδείχθηκε γιά τήν ἀρετή του Ἐπίσκοπος Τριμυθοῦντος καί μέ τήν ἰδιότητα αὐτή πῆρε μέρος στήν Ἁγία Α' Οἰκουμενική Σύνοδο (Νίκαια, 325), ὅπου ἐπετέλεσε τό γνωστό θαῦμα τοῦ κεραμιδιοῦ, σέ ἀπόδειξη τοῦ Μυστηρίου τῆς Ἁγίας Τριάδος.
Κοιμήθηκε εἰρηνικά τό 348, σέ ἡλικία 78 ἐτῶν. Τήν ἁγιότητα τοῦ βίου του καί τήν μεγάλη σειρά τῶν θαυμάτων του, ἐπισφράγισε ἡ ἀφθαρσία τοῦ Λειψάνου του, τό ὁποῖο ἀνακομίσθηκε ἀδιάφθορο. Δέν εἶναι γνωστές οἱ συνθῆκες κάτω ἀπό τίς ὁποίες τό Λείψανο μεταφέρθηκε στήν ΚΠολη, πρίν τήν Ἅλωση πάντως τοῦ 1453, μεταφέρθηκε ἀρχικά στήν Παραμυθιᾶ τῆς Θεσπρωτίας καί τελικά στήν Κέρκυρα, ἀπό τόν Ἱερέα Γρηγόριο Πολύευκτο, ὁ ὁποῖος τό δώρησε στόν ἐπίσης πρόσφυγα Ἱερέα Γεώργιο Καλο-χαιρέτη. Ἔκτοτε καί ἐπί σειρά πολλῶν ἐτῶν, τό Λείψανο ἔγινε ἀντικείμενο... προικοδοσίας!
Τό Λείψανο κατατέθηκε ἀρχικά στό Ναό τοῦ ἁγ. Ἀθανασίου, στή συνέχεια στό Ναό τοῦ ἁγ. Λαζάρου καί τελικά - τό 1489 - στό Ναό τοῦ Ταξιάρχου Μιχαήλ. Τό 1527, ὁ "ἰδιοκτήτης" του Σταμ. Βούλγαρης ἔκτισε Ναό πρός τιμήν τοῦ Ἁγίου, στόν ὁποῖο κατατέθηκε τό Λείψανο (τό 1531). Ὁ Ναός αὐτός κατεδαφίσθηκε ἀπό τούς Ἐνετούς τό 1557, γιά νά γίνουν κάποια ὀχυρωματικά ἔργα.
Σήμερα τό Λείψανο φυλάσσεται στόν ἱστορικό Ναό τοῦ ἁγ. Σπυρίδωνος (ὁ ὁποῖος ἐγκαινιάσθηκε τό 1589), σέ ἀργυρόχρυση θήκη μέ κρυστάλλινο κάλλυμα (τό ὁποῖο ἐπιτρέπει στούς πιστούς νά τό βλέπουν κατά τίς λιτανεύσεις). Ἡ θήκη αὐτή εἶναι συνήθως τοποθετημένη μέσα σέ λαμπρή ἀργυρή λάρνακα. Οἱ εὐσεβεῖς κάτοικοι τῆς Κερκύρας λιτανεύουν μέ κάθε ἐπισημότητα τό Λείψανο, τέσσερεις φορές τόν χρόνο:
Τήν 11η Αὐγούστου (σέ ἀνάμνηση τῆς διασώσεως τῆς Κερκύρας ἀπό τούς Τούρκους, τό 1716)·
Τήν πρώτη Κυριακή τοῦ Νοεμβρίου (σέ ἀνάμνηση τῆς διασώσεως ἀπό ἐπιδημία χολέρας, τό 1673)·
Τήν Κυριακή τῶν Βαϊων (σέ ἀνάμνηση τῆς διασώσεως ἀπό ἐπιδημία πανώλης, τό 1630· πρόκειται γιά τήν μεγαλοπρεπέστερη λιτάνευση)· καί
Τό Μεγάλο Σαββάτο (σέ ἀνάμνηση τῆς ἀφίξεως σιτοφόρου πλοίου, τό ὁποῖο ἔσωσε τήν Κέρκυρα ἀπό λοιμό· πρόκειται περί παλαιοῦ θαύματος, γι' αὐτό καί ἡ λιτανεία αὐτή εἶναι ἡ χρονολογικά παλαιότερη).

Τρίτη 21 Δεκεμβρίου 2010

ΕΝΝΑΤΗ ΣΥΝΑΝΤΗΣΙΣ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΚΑΤΗΧΗΤΙΚΗΣ ΣΧΟΛΗΣ
Πραγματοποιήθηκε τό ἑσπέρας τῆς Κυριακῆς 6ης/19ης Δεκεμβρίου 2010, ἡ ἑννάτη συνάντησις τῆς Ὀρθοδόξου Κατηχητικῆς Σχολῆς τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Μεσογαίας. Ἡ ἐκδήλωσις φιλοξενήθηκε ὅπως πάντα στό Παρεκκλήσιο Παναγίας Παραμυθίας, περιοχῆς Πλάτωνος Ἀχαρνῶν. Προγήθηκε ὁ Ἑσπερινός τῆς ἑορτῆς τοῦ θαυματουργοῦ ἁγ. Νκολάου Ἀρχιεπισκόπου Μύρων τῆς Λυκίας. Στήν συνάντηση παρέστησαν ὁ Σεβ. Μητροπολίτης κ. Κήρυκος, ὁ Ἱερομόναχος π. Παντελεήμων Βίλιτσιτς καί οἱ εὐσεβεῖς πιστοί πού παρά τίς ἀντιξοότητες συμμετέχουν κανονικῶς στίς δραστηριότητες τῆς Σχολῆς.
Κατά τήν συνάντηση ὁ Καθηγητής κ. Ἀντ. Μάρκου ἀνέπτυξε τό θέμα, "Ὁ ἅγ. Νικόλαος ὡς πρότυπο ἐκκλησιαστικοῦ ποιμένος" (στήν φωτογραφία ἐξαιρετικῆς τέχνης ρωσική εἰκόνα τοῦ ἁγ. Νικολάου, μέ σκηνές ἀπό τόν Βίο του, τοῦ ἔτους 1540). Στήν συνέχεια καταχωροῦνται τά μέρη τοῦ μαθήματος πού ἀναφέρονται στό λειτούργημα τοῦ Ἐπισκόπου καί τοῦ Πνευματικοῦ Πατρός, καθώς καί τά σχετικά μέ τίς ἀναγνωρίσεις τῶν Λειψάνων τοῦ ἁγ. Νικολάου κατά τόν 20ο αἰ.
Περί Ἐπισκόπου καί Πνευματικοῦ Πατρός.
"Τί εἶναι ὁ ποιμένας - Ἐπίσκοπος γιά τήν Ἐκκλησία; Τό διατυπώνει ἄριστα ὁ ἅγ. Ἰγνάτιος ὁ Θεοφόρος: "Ὅπου ἄν φανῇ ὁ Ἐπίσκοπος, ἐκεῖ τό πλῆθος ἔστω, ὥσπερ ὅπου ἄν ἦ Ἰησοῦς Χριστός, ἐκεῖ ἡ Καθολική Ἐκκλησία" (Σμυρναίοις). Διότι, "αὐτός ὤν θύρα τοῦ Πατρός, δι' ἧς εἰσέρχονται Ἀβραάμ καί Ἰσαάκ καί Ἰακώβ καί οἱ Προφήται καί οἱ Ἀπόστολοι καί ἡ Ἐκκλησία· πάντα ταῦτα εἰς ἑνότητα Θεοῦ".
Ὁ Ἐπίσκοπος, δηλαδή, κατά τόν ἅγ. Ἰγνάτιο εἶναι τύπος - εἰκόνα τοῦ Θεοῦ Πατέρα (Τραλ. ΙΙΙ, 1· Μαγν. ΙΙΙ, 1-2) καί ταυτόχρονα τύπος - εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ (Ἐφ. VI, 1· Τραλ. ΙΙ, 1) καί κατά συνέπεια ὁρατή κεφαλή τῆς τοπικῆς Ἐκκλησίας (Ἐφ. V, 1-2· Τραλ. ΙΙ, 1· Σμυρν. VIII, 2).
Σάν "τύπος", λοιπόν, καί "εἰς τόπον" Χριστοῦ ὁ Ἐπίσκοπος:
· Ἐπισκοπεῖ τήν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας (Ἐφ. IV, 1-2) καί τήν κατάλυση τῶν σχισμάτων (Φιλαδ. ΙΙΙ) καί
· Ἱερουργεῖ τήν εὐχαριστιακή καί βαπτισματική ἐγκυρότητα (Φιλαδ. IV, 1· Σμυρν. VIII, 1-2).
Μέ ἄλλα λόγια, ὅλο τό Μυστήριο καί ἡ ζωή τῆς Ἐκκλησίας συγκροτοῦνται καί διασφαλίζονται "διά τοῦ Ἐπισκόπου, ὄχι ἐπειδή ἔχει αὐτοτελῶς κάποια προσωποπαγῆ ἰδιότητα, ἀλλά ἐπειδή εἶναι ὁ προεστώς τῆς Ἐκκλησίας, περιβαλλόμενος ἀπό τό συνέδριο τῶν Πρεσβυτέρων, τόν ὅμιλο τῶν Διακόνων καί βεβαίως ὅλη τήν λοιπή σύναξη... μέ τούς πιστούς πού ἔχουν προκαθήμενο τόν Ἐπίσκοπο καί συγκαθήμενο τό Πρεσβυτέριο καί τούς Διακόνους" (Περιοδικό "ΕΠΑΓΓΕΛΙΑ" Ἱ. Μητροπόλεως Γουμενίσσης, φ. Φεβρ. 2002, σελ. 2).
Ἀπό τά προηγούμενα τοῦ ἁγ. Ἰγνατίου προκύπτει, ὅτι Ἐπίσκοπος δέν ἀντλεῖ τά δικαιώματα καί τίς ὑποχρεώσεις τοῦ ἀξιώματός του "αὐτοτελῶς" (ἀπό μόνος του), ἀλλά ἀπό τόν Χριστό, ὁ Ὁποῖος εἶναι "ἡ πηγή, τό κέντρον καί τό περιεχόμενον τῆς Ἱερωσύνης καί τῆς Ἱεραρχίας τῆς Ἐκκλησίας (ἀφοῦ), οὐσιαστικῶς ἡ Ἱερωσύνη Του ὡς Αἰωνίου Ἀρχιερέως, εἶναι ἡ Ἱερωσύνη τῆς Ἐκκλησίας καί ἡ θεανθρώπινη ἐξουσία Του εἶναι ἡ ἱεραρχική ἐξουσία τῆς Ἐκκλησίας", ὅπως ἔγραψε μεγάλος θεολόγος τοῦ 20οῦ αἰ. " (ἀρχιμ. Ἰουστίνου Πόποβιτς, "Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία καί Οἰκουμενισμός", 1974, σελ. 117/8).
Πέραν τοῦ Ἐπισκόπου, τί εἶναι ὁ ποιμένας - Πνευματικός Πατέρας; "Ἀκούσωμεν" τοῦ ἁγ. Ἰωάννου τῆς Κλίμακος, ἀπό τόν 31ο Λόγο του "Πρός Ποιμένα":
"Ποιμένας κυρίως καί ἡγούμενος ἀγαθός, εἶναι ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος μπορεῖ νά ἀναζητήση μέ προθυμία καί ἐπιείκεια καί προσευχή καί νά βρῆ τό "ἠσθενημένον καί ἀπολωλός πρόβατον" καί νά τό γιατρέψη καί νά τό ἀπαλλάξη ἀπό τίς ἀσθένειες καί τίς κακίες του.
Κυβερνήτης ἄριστος εἶναι ἐκεῖνος πού πῆρε ἀπό τήν ἐλεημοσύνη τοῦ Θεοῦ, γιά τούς κόπους του, μία ψυχική δύναμι νά φυλάττη τό πλοῖο, ὄχι μόνον ἀβλαβές καί ἀζημίωτο ἀπό τήν μεγάλη τρικυμία καί τόν κλυδωνισμό τῆς θάλασσας, ἀλλά καί νά μπορεῖ, ἄν αὐτό βυθιζόταν, νά τό ἀποσπάση ἀπό τό βάθος τῆς ἀβύσσου
".
Καί ὁ Πνευματικός ὅμως, ὅπως καί ὁ Ἐπίσκοπος, δέν ἀντλεῖ τήν ἐξουσία του "αὐτολελῶς" (ἀπό μόνος του), ἀλλά καί πάλι ἀπό τόν Χριστό. Διότι, ὅπως συνεχίζει ὁ ἅγ. Ἰωάννης, "ὁ καλός ποιμένας γνωρίζεται ἀπό τήν ἀληθινή καί κατά Θεόν ἀγάπη, τήν ὁποία χρεωστῆ νά ἔχη πρός ὅλους, καί ἀπό τούς λόγους καί τούς κόπους πού κάνει γιά νά ἀξιωθοῦν τῆς σωτηρίας τους. Διότι καί ὁ Μέγας καί Ἀληθινός Ποιμένας Χριστός, ἐφανέρωσε τήν πολλή καί μεγάλη ἀγάπη πού ἔχει γιά μᾶς, μέ τό νά καταδεχτῆ νά ὑποστῆ τόσα δεινά καί τελευταῖα τήν ἑκούσια Σταύρωσι, γιά νά σωθοῦμε ὅλοι".
Τί καταλήγει νά εἶναι ὁ Ἐπίσκοπος πού "ξεπέφτει" ἀπό τήν θέση τοῦ "τύπου Χριστοῦ, εἰς τόπον Χριστοῦ" προεστώτος τῆς τοπικῆς Ἐκκλησίας, στή θέση τοῦ Δεσπότη; Τί καταλήγει νά εἶναι ὁ Πνευματικός Πατέρας πού "ξεπέφτει" ἀπό τήν διακονία τῆς πνευματικῆς πατρότητος, στήν ἰδιοκτησία πάνω στούς πιστούς; Καταλήγουν νά εἶναι καταχραστές ἐκκλησιαστικῆς καί πνυματικῆς ἐξουσίας.
"Ἀπό καιροῦ εἰς καιρόν" ἐκτός ἀπό τά περιστατικά καταχρήσεως ἐξουσίας ἀπό πρόσωπα τῆς δημόσιας καί τῆς λεγομένης κοινωνικῆς ζωῆς, γίνονται γνωστά ἀνάλογα περιστατικά μερικῶν φορέων ἐκκλησιαστικῆς ἐξουσίας.
· Πρόκειται γιά ἐκείνους βασίζονται στό σεβασμό τοῦ λαοῦ πρός τήν ἱερότητα τοῦ ἀξιώματός τους καί οἰκοδομοῦν πάνω σ' αὐτό τόν σεβασμό τήν παντοειδή ἰδιοτέλειά τους.
· Πρόκειται γιά ἐκείνους πού βάζουν πάνω ἀπό τόν Χριστό τόν ἑαυτό τους καί πασχίζουν νά κρατηθοῦν μέ διάφορους τρόπους στήν ἐπιφάνεια καί τήν ἐπικαιρότητα.
Ὁ Κύριος εἶπε γιά τούς Μαθητές καί Ἀποστόλους Του καί κατ' ἐπέκταση γιά τούς διαδόχους τους Ἐπισκόπους καί ποιμένες: "Οὔτω λαμψάτω τό φῶς ἡμῶν ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων, ὅπως ἴδωσιν ἡμῶν τά καλά ἔργα καί δοξάσωσι τόν Πατέρα ἡμῶν τόν ἐν τοῖς οὐρανοῖς". Ὅσοι στεροῦνται τοῦ ἀναμμένου λύχνου τῆς ἀρετῆς, προσπαθοῦν νά ἀντισταθμίσουν τήν ἔλλειψη αὐτή μέ τά μεγαλόπρεπα κτίρια, τά πολυτελή ἄμφια, τούς πομπῶδεις τίτλους καί τό ἀπαραίτητο πλέον, "εὐλόγησον" καί "νά εἶναι εὐλογημένο". (βλ. σχ. Περιοδικό "ΕΠΑΓΓΕΛΙΑ" Ἱ. Μητροπόλεως Γουμενίσης, φ. Φεβρ. 2002).
Βεβαίως, ναί, θά πεῖ ὁ πιστός "εὐλόγησον" καί "νά εἷναι εὐλογημένο", σέ ὅσα εἶναι καλά καί εὐλογημένα καί προβλεπόμενα ἀπό τήν Ἐκκλησία· ὄχι σέ αὐθαίρετες προσωπικές γνῶμες τῶν ποιμένων, πόσο μᾶλλον σέ παράνομες, ἀντικανονικές καί κολάσιμες ἀπό τούς Ἱερούς Κανόνες πράξεις τους.
Μέ τήν παχυλή "ἐν πολλοῖς" ἀμαθεία πού διακρίνει τήν ἐποχή μας, συνήθως ἀκοῦμε ὅτι:
· "Ἡ Ἐκκλησία ἀποφάσισε γιά τό Α ἤ Β θέμα" καί νά ἐννοοῦμε μία σύναξη 2 - 3 ἤ καί περισσοτέρων Ἐπισκόπων καί συνήθως μόνον ἕνα, τόν Πρῶτο (Ἀρχιεπίσκοπο ἤ Πατριάρχη) καί τό περιβάλλον του ἤ
· "Οἱ Μητροπολίτες ὑπάγονται στή δικαιοδοσία τῆς Συνόδου" (δηλαδή τοῦ Προέδρου της).
Ὅμως, ἐπικαλούμενοι "τήν ὁροθεσία τῆς ἁγίας μας Παραδόσεως", πρέπει νά ἀπευθύνουμε τό ἐρώτημα:
· Ἐκκλησία εἶναι Κλῆρος καί λαός ἤ μόνον οἱ Ἐπίσκοποι; καί
· Κάθε Μητροπολίτης εἶναι Ποιμενάρχης - Προκαθήμενος τῆς τοπικῆς Ἐκκλησίας - Μητροπόλεως, ὁρατή εἰκόνα τοῦ Μεγάλου Ἀρχιερέως Χριστοῦ, ἤ ἐντολοδόχος ἀνώτερος ὑπάλληλος κάποιας Ἐκκλησιαστικῆς Ἀρχῆς - Συνόδου γιά τήν συγκεκριμένη περιοχή;
Α. Ἐκκλησία εἶναι τό ὅλο Σῶμα, Κλῆρος καί λαός, "μέ τίς πνευματικές διαβαθμίσεις πού ὁρίζει ἡ Ὀρθόδοξη Θεολογία, ἀναγνωρίζουσα τήν προτεραιότητα τῆς θεοπτικῆς θεολογίας τῶν τελείων καί ὄχι τήν τυπική διατύπωση της ἀπό τούς τιτλούχους καί μή θεόπτας". Δηλαδή, ἡ ἀλήθεια μπορεῖ νά ἐκφράζεται ἀπό ἕναν ἁπλό, ἀλλά θεόπτη - θεωμένο μοναχό (π.χ. τόν ἅγ. Μάξιμο τόν Ὁμολογητή) καί ὄχι ἀπό Ἐπισκόπους οἱ ὁποῖοι ἔχουν τούς τίτλους, ἀλλά δέν εἶναι θεόπτες - φορεῖς τῆς ἀληθείας (λ.χ. οἱ σύγχρονοι τοῦ ἁγ. Μαξίμου Πατριάρχες τῆς Ἀνατολῆς).
Αὐτό τό Σῶμα, τήν Ἐκκλησία, ἐκφράζουν οἱ Ἐπίσκοποι "ἐν Συνόδῳ· ἡ Σύνοδος (ὅμως) ὀφείλει νά ἐκφράζει τήν φωνή τοῦ ὅλου Σώματος, τῆς ὁλότητος νοουμένης καί χρονικῶς (ὅλων τῶν ἀπ' αἰῶνος ἐν Θεῷ τελειωθέντων) καί τοπικῶς. Ἡ συμφωνία τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ, διά τῶν ἐν αὐτῷ Ἁγίων καί Δικαίων, καταφάσκει ἤ ἀπορρίπτει ὅ,τι προέκυψε ἀπό τό Συνοδικό γεγονός, εἴτε ὡς ἀπλανή, εἴτε ὡς μή ἀπλανή διατύπωση τῆς Πίστεως καί τῶν Κανόνων τῆς Ἐκκλησίας".
Δηλαδή, κάθε Σύνοδος ὀφείλει νά ἐκφράζει ὄχι μόνον τούς ζῶντες πιστούς, ἀλλά καί κεκοιμημένους (τόσο πιστούς, ὅσο καί κυρίως Ἁγίους - Διδασκάλους). Μία Σύνοδος, δηλαδή, γιά νά εἶναι γνησία Σύνοδος καί ὄχι ληστρική, ὀφείλει νά βρίσκεται σέ συμφωνία μέ τίς προηγούμενες Συνόδους (Οἰκουμενικές, Τοπικές καί Πανορθοδόξους).
Β. Οἱ κατά τόπους Ἀρχιερεῖς δέν εἶναι φορεῖς αὐτόνομης ἐξουσίας, ἀλλά ἐκφραστές τῶν τοπικῶν τους Ἐκκλησιῶν. Τό δηλώνει καί τό ὄνομά τους. Λ.χ. τοῦ ἁγ. Νικολάου δέν σώζεται τό ἐπώνυμο, διότι μετά τήν χειροτονία του σέ Ἐπίσκοπο ἐπωνομάζεται ἀπό τό ὄνομα τῆς Ἐπισκοπῆς του, ἐν προκειμένῳ Ἀρχιεπισκοπῆς Μύρων.
"Ἡ Ἀποστολική ἐξουσία - ἔγραψε σύγχρονος Θεολόγος - δέν εἶναι ἐξουσία προσωπική τῶν ἀνθρώπων οἱ ὁποῖοι ἐκλήθησαν ἀπό τόν Χριστόν νά γίνουν ὄργανα τῆς Χαριτός Του, ἀλλά ἐξουσία λειτουργική, ἡ ὁποία σχετίζεται ἐσωτερικῶς μέ τήν Ἐκκλησίαν, ἡ Ὁποία εἶναι ὁλόκληρος ὁ Χριστός, ἡ Κεφαλή καί τά μέλη" (Πρωτ. Ἀντ. Ἀλεβιζοπούλου, "Ἐφόδιον Ὀρθοδοξίας", 1993, σελ. 206).
"Οἱ ἀποφάσεις τῶν Συνόδων - γράφει ἄλλος Θεολόγος - οὔτε ἐπιβάλλονται ἀπό μία ἐξουσία μοναρχική, οὔτε ἐπιτυγχάνονται μέ μία ψηφοφορία δημοκρατική, ἀλλά εἶναι πάντοτε ex consensu Ecclesiae, σύμφωνες μέ τήν ὁλική πίστη τῆς Ἐκκλησίας... Τό Ἅγιο Πνεῦμα εἶναι ἐκεῖνο πού κάνει μία Σύνοδο ἀληθινά καθολική καί τό Σῶμα τό μαρτυρεῖ κατά τήν ἠθελημένη ἀπό τόν Θεό στιγμή" (Π. Εὐδοκίμωφ, "Ἡ Ὀρθοδοξία", 1972, σλ. 216, 219).
"Ἡ ἔκφραση τῆς ἐκκλησιαστικῆς συνειδήσεως - γράφει Καθηγητής Πανεπιστημίου - γιά τήν ἀποδοχή ἤ τήν ἀπόρριψη τῆς οἰκουμενικότητας μιᾶς Συνόδου, ἡ ὁποία ἔχει συγκληθῆ ὡς Οἰκουμενική, ἦταν ἀπόλυτο κριτήριο καί ἐκδηλωνόταν μέ ποικίλους τρόπους, ἤτοι μέ τοπικές Συνόδους, μέ θεολογικές πραγματείες, μέ κινητοποιήσεις τοῦ Κλήρου, τῶν μοναχῶν, τοῦ λαοῦ, κ.ἄ... Τό κατοχυρωμένο κανονικό δικαίωμα τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ πληρώ-ματος νά διακρίνη μεταξύ τῆς αὐθεντικῆς καί τῆς νοθευμένης δογματικῆς διδασκαλίας ὁποιασδήποτε Συνόδου, διαμόρφωνε καί τό περιεχόμενο τοῦ ἀγώνα τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ σώματος, τό ὁποῖο ἐνεργοῦσε ὡς ὁ ἀστασίαστος φορέας τῆς ἐκκλησιαστικῆς συνειδήσεως" (Βλασίου Φειδᾶ, "Ἐκκλησιαστική Ἱστορία", 1, σελ. 863, 868).
Δηλαδή, πιό ἁπλᾶ:
· Ἄν ἡ ἀποδοχή ἤ ἀπόρριψη τῆς οἰκουμενικότητας μιᾶς Συνόδου, ἐξαρτᾶται ἀπό τήν ἐκκλησιαστική συνείδηση, δηλαδή τόν Κλῆρο καί τόν λαό·
· Ἄν χωρίς αὐτήν, χωρίς τήν ἀποδοχή δηλαδή τῶν Συνοδικῶν ἀποφάσεων ἀπό τό πλήρωμα τῆς Ἐκκλησίας συνολικά (τούς Ποιμένες καί τούς ποιμενομένους), οἱ Σύνοδοι πού τίς ἀποφάσισαν εἶναι ληστρικές καί ὄχι κανονικές (ὅπως συνέβη μέ τήν Μονοφυσιτική Σύνοδο τῆς Ἐφέσου τοῦ 449, τήν Εἰκονομαχική τῆς Ἱέρειας τοῦ 754 καί τήν ψευδενωτική τῆς Φερράρας - Φλωρεντίας τοῦ 1449)·
τότε εὔκολα ἀντιλαμβανόμεθα ποιά πρέπει νά εἶναι ἡ στάση τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ πληρώματος ἀπέναντι σέ παράνομες, ἀντικανονικές ἤ ἄδικες ἀποφάσεις μιᾶς Συνόδου, στίς ὁποίες καλεῖται τό ἐκκλησιαστικό πλήρωμα νά ὑπακούσει.
"Ἡ ἀπάντηση τῶν Ὀρθοδόξων Πατριαρχῶν στήν Παπική Ἐγκύκλιο τοῦ Πίου Θ', τό 1848 - γράφει ἄλλος Πανεπιστημιακός Καθηγητής - δείχνει πειστικά τό πνεῦμα τῆς Ὀρθόδοξης Θεολογίας. Στήν ἀπαίτηση τοῦ Πάπα ὅλες οἱ Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες νά ἐπιστρέψουν στήν Δυτική Ἐκκλησία, ἀπαντοῦν πώς τοῦτο εἶναι ἀνέφικτο, γιατί ἡ Ἐκκλησία στόν ὀρθόδοξο χῶρο εἶναι ὁ ἴδιος ὁ λαός καί αὐτός δέν ἐγκρίνει καμμία καινοτομία. Ἡ Ἐγκύκλιος αὐτή τῶν Ὀρθοδόξων Πατριαρχῶν, ἔχει σπουδαία ἐκκλησιολογική βάση" (Ν. Ματσούκα, "Δογματική καί Συμβολική Θεολογία", τ. 2ος, σελ. 446· βλ. σχ. "Ἐκκλησιολογική Ὁροθεσία", Περιοδικό "ΕΠΑΓΓΕΛΙΑ" Ἱ. Μητροπόλεως Γουμενίσσης, φ. Σεπτ. 2001, σελ. 1 - 3).
Οἱ ἀνακομιδές τῶν Λειψάνων τοῦ ἁγ. Νικολάου κατά τόν 20ο αἰ.
"...Ὁ τάφος τοῦ ἁγ. Νικολάου στή Βασιλική τοῦ Μπάρι ἀνοίχθηκε ἀναγκαστικά τό 1953, κατά τήν διάρκεια ἀναστηλωτικῶν ἐργασιῶν στό ναό, τήν νύκτα τῆς 5ης πρός 6η Μαϊου (ἀπό τήν Ρωμαιοκαθολική Ἀρχιεπισκοπή τοῦ Μπάρι δέν ἔχουν δοθεῖ κάποιες ἐξηγήσεις γιά τόν λόγο πού ἡ ἀνακομιδή ἔγινε νύκτα. Γιά τόν σκοπό αὐτό εἶχε συγκροτηθεῖ ἀπό τόν Πάπα ἐπιτροπή, μέ πρόεδρο τόν τότε Ρωμαιοκαθολικό Ἀρχιεπίσκοπο τοῦ Μπάρι Enrico Nicodemo, γιά τήν κανονική ἀναγνώριση τῶν λειψάνων τοῦ τάφου. Παράλληλα ὁ ἀναγνωριστικός ἔλεγχος καί ἡ καταμέτρηση τῶν ὀστῶν ἀνατέθηκε στόν Καθηγητή τῆς Ἀνατομίας στό Πανεπιστήμιο τοῦ Μπάρι Luigi Martino καί στό βοηθό του Γιατρό Alfredo Ruggiery.
Τά ἱερά Λείψανα τοῦ μεγάλου Πατρός τῆς Ἐκκλησίας βρέθηκαν μέσα σέ μονολιθική λάρνακα ἀπό σκληρή πέτρα. Ἀπό τήν ἐποχή τῆς καταθέσεως (τό 1090), ἡ λάρνακα εἶχε καλυφθεῖ μέ τρεῖς ἀλεπάλληλες λίθινες πλάκες.
Τά Λείψανα μέσα στή λάρνακα ἔπλεαν σέ ἕνα διαυγές, ἄχρωμο καί ἄοσμο ὑγρό, τό ὁποῖο εἶχε βάθος τρία περίπου ἑκατοστά! Ἡ ἐξέταση τοῦ ὑγροῦ αὐτοῦ ἀπό τά Ἰνστιτοῦτα Χημείας καί Ὑγιεινῆς τοῦ Πανεπιστημίου τοῦ Μπάρι ἀπέδειξε, ὅτι ἐπρόκειτο γιά καθαρό νερό, ἐλεύθερο ἀπό ἅλατα καί στεῖρο ἀπό μικροοργανισμούς!!! Ἡ ἔρευνα ἀπέδειξε ἀκόμη, ὅτι τό ὑγρό προήρχετο ἀπό τίς μυελοκυψέλες τῶν σπογγωδῶν ὀστῶν!!!
Οἱ διαπιστώσεις αὐτές ἀποτελοῦν τήν ἐπιστημονική ἐπιβεβαίωση τῆς μυροβλυσίας τῶν Λειψάνων τοῦ ἁγ. Νικολάου. Τό γεγονός αὐτό δέν ἔγινε βεβαίως γνωστό στούς Δυτικούς τό 1953. Λατινικά κείμενα τοῦ 11ου καί 12ου αἰ. μαρτυροῦν ὅτι οἱ Βαριανοί ναῦτες, ὅταν παραβίασαν τήν λάρνακα τοῦ Ἁγίου στά Μῦρα, βρῆκαν τά Ἱερά Λείψανα μέσα σέ «θεῖο μῦρο ἤ ὑγρό» (sanctus liquor – oleum). Ἀκόμη, ἡ συνέχεια καί στό Μπάρι τοῦ ἐξαισίου αὐτοῦ θαύματος, ἀποδεικνύεται ἀφ’ ἑνός μέν ἀπό τήν κοινή παράδοση τῶν Παπικῶν, ἀφ’ ἑτέρου δέ ἀπό τήν ὕπαρξη τεσσάρων ὀπῶν (στή λάρνακα καί τίς τρεῖς πλάκες πού τήν κάλυπταν), ἀπ’ ὅπου μέ τήν βοήθεια ράβδου καί βάμβακος ἤ ὑφάσματος, ἦταν δυνατή ἡ ἐξαγωγή τοῦ μύρου, τό ὁποῖο ἀπ’ ἀρχῆς καί μέχρι σήμερα ὀνομάζεται «Μάννα – Manna».
Μετά τήν ἱστορικά δεύτερη αὐτή ἀνακομιδή, ἐξέταση καί ἀναγνώριση, τά Ἱερά Λείψανα τοῦ ἁγ. Νικολάου τοποθετήθηκαν σέ γυάλινη θήκη καί ἐκτέθηκαν σέ προσκύνηση.
Ἡ γυάλινη θήκη τῶν Ἱερῶν Λειψάνων τοῦ ἁγ. Νικολάου ἄνοιξε ἐπίσης τό βράδυ τῆς 7ης πρός 8η Μαίου 1957, μέ σκοπό νέα ἀναγνώριση, καταμέτρηση τῶν ὀστῶν καί ἀνατομική καί ἀνθρωπολογική τους μελέτη, πρίν τήν ὁριστική τους κατάθεση στήν ἀρχική λάρνακα, κάτω ἀπό τήν Τράπεζα τῆς Βασιλικῆς, μετά τό πέρας τῶν ἀναστηλωτικῶν ἐργασιῶν. Στήν ἰατρική ὁμάδα τήν φορά αὐτή συμμετεῖχε - ἐκτός τοῦ Καθηγητοῦ Martino καί τοῦ βοηθοῦ του Ruggiery – καί ὁ Γιατρός Venezia Luigi. Τά τελικά ἀποτελέσματα τῶν ἐξετάσεων - ἀναγνωρίσεων τοῦ 1953 καί τοῦ 1957 εἶναι τά ἀκόλουθα:
Στή λάρνακα τοῦ Ἁγίου βρέθηκαν ἡ Κάρα, σπόνδυλοι, λίγα τεμάχια πλευρικῶν ὀστέων καί ὠμοπλάτης, μεγάλα τμήματα τῶν ἀντιβραχιωνίων καί ἑνός βραχίονος, πολλά ὀστάρια τῶν καρπῶν, τῶν μετακαπρίων καί τῶν φαλάγγων, ἑνός λαγονίου, τῶν μηριαίων, τῶν ἐπιγονατίδων καί τῶν περονῶν καί τμήματα τῶν ὀστῶν τῶν κνημῶν, τῶν ταρσῶν, τῶν μεταταρσίων καί τῶν φαλάγγων. Ἄν καί ὑπῆρχαν καί θρυμματισμένα ὀστᾶ, συγκεντρωμένα σέ δύο ἀργυρά κύπελλα, εὔκολα γίνεται ἀντιληπτό, ὅτι πολλά ὀστᾶ ἔλειπαν.
Οἱ Δομηνικανοί τοῦ Μπάρι δέχονται, ὅτι «ἡ ἐμφάνιση αὐτή τῶν ὀστῶν τοῦ Ἁγίου (ἄλλα νά λείπουν, ἄλλα νά εἶναι κατασπασμένα καί ἄλλα θρυμματισμένα), σχετίζεται ὄχι μόνο μέ τόν χρόνο πού πέρασε ἀπό πάνω τους, ἀλλά πιο πολύ μέ τήν μεγάλη περιπέτεια τῆς ἀρπαγῆς καί μεταφορᾶς τους στό Μπάρι» Δελτίο…», σελ. 8).
Δέχονται ἀκόμη, ὅτι «ἡ σπουδή τῶν ναυτικῶν καί ἡ ὑπερκάλυψή τους ἀπό τό μῦρο μέσα στόν ἀρχικό τάφο τους, δέν εὐνοοῦσαν - ὅπως εἶναι φυσικό – τήν περισυλλογή τους στό ἀκέραιο, πέρα ἀπό τό ἐνδεχόμενο τῆς ὑπεξαίρεσης ἤ μή κάποιων ἀπό αὐτά κατά τήν μεταφορά τους καί πρίν τήν ὁριστική τους τοποθέτηση στή λάρνακα τῆς Βασιλικῆς τοῦ Ἁγίου στό Μπάρι» Δελτίο…» σελ. 9).
Τά ἀποτελέσματα τῆς ἀνθρωπολογικῆς ἐξετάσεως τῶν Ἱερῶν Λειψάνων τοῦ ἁγ. Νικολάου - ἀπό τήν ὑπό τόν Καθηγητή Martino ἐπιτροπή – ὑπῆρξαν ἐντυπωσιακά. «Ὅλα τά ὀστᾶ - γράφεται στό σχετικό Πόρισμα - ἀνῆκαν σέ ἕνα καί τό αὐτό ἄτομο, σέ ἄνδρα πού ἀνῆκε στή λευκή Ἰνδοευρωπαϊκή φυλή, εἶχε ὕψος περίπου 1,67 μ., τρέφοταν κυρίως μέ φυτικά προϊόντα καί ἀπεβίωσε σέ ἡλικία μεγαλύτερη τῶν 70 ἐτῶν…
Ἡ κατάσταση ὁρισμένων ὀστῶν ἔδειξε ἀκόμη, ὅτι τό ἄτομο στό ὁποῖο ἀνῆκαν, πρέπει νά εἶχε ὑποφέρει πολύ κάτω ἀπό ἰδιαίτερα δυσμενεῖς συνθῆκες διαβίωσης. Ἡ ἀγκυλωτική σπονδυλοαθρίτιδα καί ἡ διάχυτη ἐνδοκρανιακή ὑπερόστωση πού ἐπισημάνθηκαν στά ἀνάλογα ὀστᾶ, πρέπει νά κληρονομήθηκαν ἀπό κάποια ὑγρή φυλακή, ὅπου πέρασε ἀρκετά χρόνια τῆς ζωῆς του καί μάλιστα σέ προχωρημένη ἡλικία
».
Ἡ ἰχνογραφική ἀνάπλαση τοῦ προσώπου ἀπό τόν ἴδιο Καθηγητή, μέ τήν μέθοδο τῆς ὑπερσκελετικῆς ἀναπλάσεως τῶν μαλακῶν μερῶν τῆς κεφαλῆς, ἀπέδωσε ἐπίσης θεαματικά ἀποτελέσματα. «Ἡ ἀναπλασμένη μέ αὐτό τόν τρόπο μορφή – γράφουν οἱ Δομηνικανοί – δείχνει ἕνα πρόσωπο ἀσκητικό, εὐγενικό, μέ ἁρμονικές ἀναλογίες, μέ ψηλό καί πλατύ μέτωπο, μέ μεγάλα μάτια - ἐλαφρά βαθουλωτά – γλυκά μαζί καί αὐστηρά, μάτια ἀνθρώπου σκεπτικοῦ καί βασανισμένου» Δελτίο…» σελ. 9).
Τά σχετικά ἰχνογραφήματα πού δημοσίευσε ὁ Καθηγητής Martino ἀποδεικνύουν, ὅτι ἡ πάροδος τοῦ χρόνου δέν ἄμβλυνε τήν μνήμη τῶν βασικῶν χαρακτηριστικῶν τῆς μορφῆς τοῦ ἁγ. Νικολάου, ὅπως διασώθηκαν ἀπό τήν Ὀρθόδοξη εἰκονογραφική παράδοση (μεγάλο μέτωπο, κοντά χωρισμένα γέννια, κάπως ἔντονα ζυγωματικά καί φαλάκρα). Μάλιστα, βρίσκονται σέ συμφωνία μέ τίς παλαιότερες γνωστές ἀπεικονίσεις τοῦ Ἁγίου, ἐκείνη τῆς Santa Maria Antiqua τῆς Ρώμης (8ος ἤ 9ος αἰ.) καί τοῦ Παρεκκλησίου τοῦ ἁγ. Ἰσιδώρου, στόν Καθεδρικό Ναό τοῦ ἁγ. Μάρκου Βενετίας ( ψηφιδωτό τοῦ 12ου αἰ.). (Βλ. γενικά G. Gioffari, “La antica iconografia de S. Nicola”, 1988 καί P. Saceardo, “la capellia di S. Isidoro nella Bassilica di S. Marko”, 1987).

Ἐπιλογή Βιβλιογραφίας.
G. Gioffari, “Storia nella critica storica”, 1987.
D. Bova, “In Pellegrinachio a Myra preso la tomba chefudis St. Nichola”, στό «Δελτίο τοῦ ἁγ. Νικολάου», φ. ΙΙ, 1981.
I. Martino, “Rigognazione anatomica e studio anthropopetrico delle reliqouee di S. Nicola di Bari”, στό «Δελτίο ἁγ. Νικολάου», τ. 1957.
Τοῦ ἰδίου “La reliquie di S. Nicola”, 1987.
Ν. Ἰ. Φλοῦδα, «Ὁ ἅγ. Νικόλαος ὁ Θαυματουργός, Ἀρχιεπίσκοπος Μύρων τῆς Λυκίας», 1960.
G. Anrich, “ Hagios Nicolaos in der Griecltischen Kirche”, 1987.
Ἀντ. Μάρκου, "Περί τῶν Λειψάνων τοῦ ἁγ. Νικολάου Ἀρχιεπισκόπου Μύρων", 1994.

Παρασκευή 17 Δεκεμβρίου 2010

ΟΓΔΟΗ ΣΥΝΑΝΤΗΣΙΣ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΚΑΤΗΧΗΤΙΚΗΣ ΣΧΟΛΗΣ

Μέ τήν βοήθεια τοῦ Θεοῦ καί χάρις στήν θυσιαστική διάθεση πολλῶν "τολμηρῶν" πιστῶν (λόγῳ τῆς κακοκαιρίας καί χιονοπτώσεως πού ἐπικρατοῦσε στήν περιοχή τῶν Ἀχαρνῶν), πραγματοποιήθηκε τό ἑσπέρας τῆς Κυριακῆς 29ης Νοεμβρίου/12ης Δεκεμβρίου 2010, ἡ ὄγδοη συνάντησις τῆς Ὀρθοδόξου Κατηχητικῆς Σχολῆς. Προηγήθηκε ὁ Ἑσπερινός τῆς ἑορτῆς τοῦ ἁγ. Ἀποστόλου Ἀνδρέου, χοροστατοῦντος τοῦ Σεβ. Μητροπολίτου κ. Κηρύκου. (Ἡ ἑορτή τιμήθηκε τήν ἐπομένη τό πρωΐ στόν Ἱ. Ν. ἁγ. Δημητρίου, ἱερουργήσαντος τοῦ ἑορτάζοντος τήν ὀνομαστική του ἑορτή Ἱερέως π. Ἀνδρέου Σίντνιεβ, χοροστατοῦντος τοῦ Σεβασμιωτάτου).

Κατά τήν συνάντηση ὁ Σεβ/τος Μεσογαίας, μέ ἀφορμή τήν ἑορτή τοῦ Πρωτοκλήτου καί τήν Διορθόδοξη συμμετοχή στήν ἑορτή τῆς ἁγ. Αἰκατερίνης, ἀνέπτυξε τό θέμα τῆς Ἱεραποστολῆς, ἐσωτερικῆς καί ἐξωτερικῆς, ὡς χρέους καί καθήκοντος ὅλων τῶν Ὀρθοδόξων. Ἡ Ἐκκλησία εἶναι Οἰκουμενική καί Καθολική καί ὁ ἱεραποστολικός Της λόγος ἀπευθύνεται σέ ὅλους ἀνεξαρτήτως τούς ἀνθρώπους, ἀσχέτως τοῦ τόπου διαμονῆς τους, τῆς φυλετικῆς τους καταγωγῆς, τῆς γλῶσσας καί τῶν προσωπικῶν ἤ κοινωνικῶν τους ἰδιαιτεροτήτων. Τά μέλη τῆς Ἐκκλησίας ἔχουν ἱερή ὑποχρέωση νά συμμετέχουν στά ἔργα τῆς Ἱεραποστολῆς μέ τόν λόγο τους (ἐφ' ὅσον ἔχουν τήν δυνατότητα), τό παράδειγμά τους (κοινή ὑποχρέωση ὅλων), τήν οἰκονομική - ὑλική τους συνεισφορά (σύμφωνα μέ τίς δυνατότητές τους) καί μέ τήν προσευχή τους.

Μετά τήν συνάντηση ἀκολούθησε "συνάντηση ἀγάπης καί ἐπικοινωνίας" στό Ἀρχονταρίκι τοῦ Ἡσυχαστηρίου, ὅπου προσφέρθηκαν ἀφεψήματα καί γλυκίσματα.

Κυριακή 12 Δεκεμβρίου 2010

Η ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΚΑΤΗΧΗΤΙΚΗ ΣΧΟΛΗ ΥΠΟ ΤΗΝ ΑΙΓΙΔΑ ΤΗΣ ΙΕΡΑΣ ΣΥΝΟΔΟΥ ΤΗΣ ΑΠΑΝΤΑΧΟΥ ΓΝΗΣΙΑΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ

Ὅπως προκύπτει ἀπό τήν σχετική ανταπόκριση, "ἡ Ἱερά Σύνοδος τῆς ἁπανταχοῦ Γνησίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, κατά τήν συνεδρίαν Αὐτῆς τῆς 24ης Νοεμβρίου τ. ἔ. 2010, ἐπελήφθη μεταξύ ἄλλων θεμάτων καί ἐπί τῆς ἱδρύσεως καί λειτουργίας τῆς Ὀρθοδόξου Κατηχητικῆς Σχολῆς τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Μεσογαίας καί Λαυρεωτικῆς (εἰσηγουμένου τοῦ Σεβ. Μητροπολίτου κ. Κηρύκου).
Ἡ Ἱερά Σύνοδος μετ’ εὐχαριστήσεως ἐπληροφορήθη τά τῆς ἱδρύσεως καί λειτουργίας τῆς Ὀρθοδόξου Κατηχητικῆς Σχολῆς τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Μεσογαίας καί Λαυρεωτικῆς, τῆς ἀφιερώσεως αὐτῆς εἰς τούς μεγάλους Προμάχους τῆς Ὀρθοδοξίας καί καθαιρέτας τῆς πλάνης τοῦ Νέου Ἡμερολογίου κατά τόν 16ον αἰ. Πατριάρχας ΚΠόλεως Ἱερεμίαν Β’ τόν Τρανόν καί Ἀλεξανδρείας Μελέτιον τόν Πηγᾶν, καθώς καί τῆς συμμετοχῆς εἰς τάς λατρευτικάς καί ἐκπαιδευτικάς δραστηριότητας τῆς Σχολῆς δεκάδων πιστῶν καί ἀπεφάσισε ὅπως θέσει αὐτήν ὑπό τήν αἰγίδα Αὐτῆς".