Δευτέρα 28 Φεβρουαρίου 2011

ΔΕΚΑΤΗ ΕΝΝΑΤΗ ΣΥΝΑΝΤΗΣΙΣ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΚΑΤΗΧΗΤΙΚΗΣ ΣΧΟΛΗΣ

Πραγματοποιήθηκε μέ τήν βοήθεια τοῦ Θεοῦ ἡ 19η Συνάντησις τῆς Ὀρθοδόξου Κατηχητικῆς Σχολῆς, τό ἑσπέρας τῆς Κυριακῆς τῶν Ἀπόκρεω (14ης/27ής Φεβρουαρίου 2011). Ἡ συνάντησις πραγματοποιήθηκε στό νέο Ἐντευκτήριο - Αἴθουσα Συναντήσεων τῆς Σχολῆς, στό παρακείμενο τοῦ Ἱ. Ν. Παναγίας Σουμελᾶ καί τοῦ Ἱ. Ἡσυχαστηρίου Παναγίας Παραμυθίας ἀνακαινισμένο ἐκκλησιαστικό κτήριο, τό ὁποῖο μέ ἀπόφαση τοῦ Σεβ. Μητροπολίτου κ. Κηρύκου θά συστεγάσει τίς δραστηριότητες τῆς Σχολῆς καί τά Γραφεῖα τῆς Μητροπολιτικῆς Περιφερείας Ἀχαρνῶν. Τῆς Συναντήσεως προηγήθηκε ὁ Ἑσπερινός στό Παρεκκλήσιο τῆς Παναγίας Παραμυθίας.

Τό θέμα τῆς Συναντήσεως, τό ὁποῖο παρουσίασε ὁ Καθηγητής κ. Ἀντ. Μάρκου, ἦταν "Ἡ Δευτέρα Παρουσία τοῦ Κυρίου κατά τό ὅραμα τοῦ ἁγ. Νήφωνος Ἐπισκόπου Κωνσταντιανῆς" καί ἀναπτύχθηκε μέ βάση τό σχετικό ἀπόσπασμα τοῦ βιβλίου «Βίος ἑνός Ἀσκητή Ἐπισκόπου, τοῦ Ἁγίου Νήφωνος Ἐπισκόπου Κωνσταντιανῆς», (16η ἔκδοση Σταυροπηγιακῆς καί Συνοδικῆς Ἱ. Μ. Ἁγίου Συµεών τοῦ Νέου Θεολόγου, Ἐκδοτική Παραγωγή ΕΠΤΑΛΟΦΟΣ Α.Β.Ε.Ε.).

Ὁ ἅγ. Νήφων κατά τόν Ἕλληνα Ἁγιολόγο Σωφρόνιο Εὐστρατιάδη, Μητροπολίτη πρ. Λεοντοπόλεως, ἀναφερόμενος στόν Βίο τοῦ Ἁγίου (ὁ ὁποῖος κατά τήν γνώμη του ἐγράφη τόν ὄγδοο ἤ ἔννατο μ. Χ. αἰ.) γράφει, ὅτι "ἀποκαλύπτει ἡμῖν ἀρχαῖον Ἱεράρχην τῆς Ἀλεξανδρινῆς Ἐκκλησίας, τέως ἄγνωστον, ἐν ἁγιότητι βίου διαπρέψαντα, πολλῶν ἀξιωθέντα θείων ὀπτασιῶν καί μαρτυρηθέντα ὡς Ἅγιον ὑπό τοῦ Μεγάλου Ἀθανασίου, ὅστις κατά τάς ὑστάτας τοῦ Ὁσίου στιγμάς, παρεκάλει αὐτόν νά μνησθῆ καί αὐτοῦ ἐν ἧ ὥρᾳ προσκυνήσῃ τῶ Θεῶ καί πᾶσι τοῖς Ἀγγέλοις Αὐτοῦ". Ὁ δέ "Νέος Ἑλληνομνήμων" μνημονεύει στούς Ἐπισκοπικούς Καταλόγους "Νήφωνα Κωνσταντιανῆς τῆς κατά Ἀλεξάνδρειαν".
Ὁ Βίος τοῦ ἁγ. Νήφωνος διασώζεται σέ ἑπτά συνολικά χειρόγραφους κώδικες. Τόν Βατικάνιο 2086, τόν περγαμηνό τῆς Κρυπτοφέρης Ρώμης Δ. δ. 11 (τοῦ 13ου αἰ.), τόν Βατοπεδινό 618 (φ. 143 - 159), τούς Λαυρεωτικούς Ι 23 (φ. 228 - 278), Λ 66 (φ. 32 - 58) καί Β 81 (φ. 1 -155) καί τόν Διονυσιατικό 198 τοῦ ἔτους 1334. Τόν κώδικα αὐτό ἀνεκάλυψε στήν Βιβλιοθήκη τῆς Μονῆς Διονυσίου Ἁγίου Ὄρους ὁ λόγιος Μοναχός Λάζαρος Διονυσιάτης, ὁ ὁποῖος ἀφοῦ τόν ἀντέγραψε, διέθεσε τό δικό του χειρόγραφο στήν Ἱ. Μ. Παρακλήτου Ὠρωποῦ, ἀπό τήν ὁποία (καθώς ἐπίσης καί τήν Ἱ. Μ. ἁγ. Συμεών τοῦ Νέου Θεολόγου Καλάμου), ἔτυχε πολλῶν μέχρι σήμερα ἐκδόσεων.
Ὁ ἅγ. Νήφων γεννήθηκε στήν Ἀλεξάνδρεια τόν 3ο μχ. αἰ. Ἦταν γόνος ἀρχοντικῆς οἰκογενείας καί σέ ἡλικία 8 ἐτῶν ἦρθε στήν ΚΠολη γιά σπουδές, φιλοξενούμενος στό ἀῤχοντικό τοῦ Στρατηγοῦ Διοικητή τῆς Αἰγύπτου Σαββατίου, ἐπί τῶν ἡμερῶν τοῦ Μεγ. Κωνσταντίνου.
Μετά τίς σπουδές του ὁ νεαρός ἀντί νά ἐπιστρέψει στήν πατρίδα του, περιέπεσε σέ πολλά καί σοβαρά ἁμαρτήματα ἀσώτου καί ἀκολάστου ζωῆς, μέχρις ὅτου ἡ Χάρις τοῦ Θεοῦ τόν ἀπάλλαξε ἀπό τήν ἐπιρροή τοῦ πονηροῦ δαίμονος καί τόν ὁδήγησε σέ μετάνοια. Ἔκτος ὁ Νήφων ἔζησε στήν Πόλη μέ μεγάλη μετάνοια καί καρπούς μετανοίας καί ἀξιώθηκε πολλῶν θεοσημειῶν, ὁραμάτων καί θείων ἐμφανίσεων.
Ἐπίσκοπος ἀναδείχθηκε σέ μεγάλη ἡλικία ἀπό τόν Ἀρχιεπίσκοπο Ἀλεξανδρείας ἅγ. Ἀλέξανδρο, μετά ἀπό ἐμφάνιση τοῦ Ἀποστόλου Παύλου. Στήν χειροτονία του σέ Ἐπίσκοπο Κωνσταντιανῆς συμμετεῖχε καί ὁ Μέγας Ἀθανάσιος ὡς Διάκονος. Ὁ Ἅγιος κοιμήθηκε εἰρηνικά στήν ἕδρα του καί ἡ μνήμη του τιμᾶται τήν 23η Δεκεμβρίου.
Τό ὅραμα τῆς Δευτέρας Παρουσίας τό εἶδε ὁ Ἅγιος στήν ΚΠολη καί ἐνῶ ἦταν ἀκόμη λαϊκός. Μάλιστα βρισκόταν σέ ἔκσταση γιά διάστημα δύο ἑβδομάδων! Στή συνέχεια καταχωρεῖται τό ὅραμα τοῦ ἁγ. Νήφωνος (σέ μονοτονικό σύστημα, γιά λόγους τεχνικούς).
…Μια βραδιά, αφού τελείωσε (ο Άγιος) την καθιερωµένη νυχτερινή του προσευχή, ξάπλωσε να κοιµηθεί πάνω στις πέτρες του, όπως πάντα. Ήταν µεσάνυχτα και αγρυπνούσε ακόµη, κοιτάζοντας το φεγγάρι και τα αστέρια στον ουρανό.
Μόνος καθώς ήταν, αναλογίσθηκε τις αµαρτίες του και θρηνούσε γοερά, γιατί έφερνε στον νου του τη φοβερά ώρα της Κρίσεως. Έξαφνα βλέπει να αποτραβιέται το στερέωµα του ουρανού σαν σεντόνι. Και να παρουσιάζεται ο Κύριος Ιησούς Χριστός σε πελώριες διαστάσεις. Στεκόταν στους αιθέρες περικυκλωµένος απ’ όλες τις ουράνιες στρατιές: Άγγελοι, Αρχάγγελοι, τάγµατα φοβερά και εξαίσια, παραταγµέναµε κάθε συστολή.
Ο Κύριος ένευσε στον Στρατηγό του ενός τάγµατος και εκείνος πλησίασε λαµπρός, φοβερός, µα και συνεσταλµένος:
«Μιχαήλ, Μιχαήλ, Άρχοντα της διαθήκης, παράλαβε µε το τάγµα σου τον πυρίµορφο θρόνο της δόξης µου και πήγαινε στην κοιλάδα του Ιωσαφάτ. Εκεί θα τον εγκαταστήσεις σαν πρώτο σηµάδι της Παρουσίας µου. Γιατί πλησιάζει η ώρα που θα λάβει καθένας κατά τα έργα του. Κάνε γρήγορα, έφτασε η στιγµή. Θα δικάσω αυτούς που προσκύνησαν τα είδωλα κι αρνήθηκαν Εµένα τον δηµιουργό τους. Αυτούς που λάτρεψαν τις πέτρες και τα ξύλα που τους έδωσα για τις ανάγκες τους. Όλοι τους θα συντριβούν ως σκεύη κεραµέως. Καθώς και οι εχθροί µου οι αιρετικοί που τόλµησαν να µε χωρίσουν από τον Πατέρα µου. Που τόλµησαν να υποβιβάσουν σε κτίσµα το Παράκλητο Πνεύµα. Αλλοίµονό τους, ποια κόλαση τους περιµένει!
Τώρα θα εµφανισθώ και στους Ιουδαίους που µε σταύρωσαν και δεν πίστεψαν στην θεότητά µου. Mου δόθηκε κάθε εξουσία, τιµή και δύναµη. Είµαι δικαιοκριτής. Τότε που ήµουνα πάνω στον Σταυρό έλεγαν: «Ουά! Ο καταλύων τον ναόν… σώσον σεαυτόν». Τώρα, εµοί εκδίκησις, εγώ ανταποδώσω. Εγώ θα κρίνω, θα ελέγξω και θα τιµωρήσω σκληρά το πονηρό και διεστραµµένο γένος, γιατί δεν µετάνοιωσε. Τους έδωσα ευκαιρίες να µετανοήσουν, αλλά τις περιφρόνησαν. Θα λάβω λοιπόν τώρα την εκδίκηση.
Το ίδιο θα κάνω και στους Σοδοµίτες, που βρώµισαν τη γη και τον αέρα µε την δυσωδία τους. Τους έκαψα τότε. Και πάλι θα τους ξανακάψω, γιατί µίσησαν την ηδονή του Αγίου Πνεύµατος και αγάπησαν την ηδονή του διαβόλου.
Θα τιµωρήσω εκείνους τους άφρονες και σκοτισµένους, που µοιάζουν σαν θηλυµανή άλογα. ∆εν αρκέσθηκαν στη νόµιµη συζυγία τους, αλλά στράφηκαν ανόητα στην µοιχεία και ο Σατανάς τους έριξε δεµένους στην άβυσσο του πυρός. ∆εν άκουσαν ότι φοβερό «το εµπεσείν εις χείρας Θεού ζώντος»; ∆εν φοβούνται το «εγώ το εµβρίµηµά µου αποτελέσω εις αυτούς»; Τους κάλεσα να µετανοιώσουν κι όµως δεν µετάνοιωσαν.
Θα καταδικάσω και τους κλέφτες που έκαναν ένα σωρό κακά, ακόµη και φόνους! Και όλους όσοι έπραξαν πλήθος αµαρτιών. Εγώ τους χάρισα ευκαιρίες για να αλλάξουν, αλλά δεν έδωσαν καµιά σηµασία. Που είναι τα καλά τους έργα; Τους έδειξα τον Άσωτο σαν τύπο και υπογραµµό – και πολλούς άλλους – για να µην αποθαρρύνονται στις αµαρτίες τους. Αλλ’ αυτοί καταφρόνησαν τις εντολές µου και µε αρνήθηκαν. Αποστράφηκαν Εµένα και υποδουλώθηκαν στην αµαρτία. Ας πορευθούν λοιπόν στη φλόγα που οι ίδιοι άναψαν.
Αλλά κι όσους πέθαναν µνησίκακοι, θα τους παραδώσω σε φοβερό κλύδωνα. Γιατί δεν πόθησαν την ειρήνη µου, αλλά στάθηκαν στη ζωή τους θυµώδεις, πικρόχολοι και οργίλοι.
Τους πλεονέκτες, τους τοκογλύφους και τους φιλάργυρους θα τους εξολοθρεύσω και θα ξεχύσω πάνω τους όλη µου την οργή, γιατί στήριξαν την ελπίδα τους στο χρυσάφι κι Εµένα µε αγνόησαν, σαν να µη φρόντιζα γι’ αυτούς.
Κι εκείνους τους ψευτοχριστιανούς, που ισχυρίζονταν ότι δεν υπάρχει Ανάσταση Νεκρών ή ότι γίνεται Μετεµψύχωση, θα τους λειώσω στη γεέννα σαν το κερί. Τότε θα πεισθούν για την Ανάσταση των Νεκρών.
Οι δηλητηριαστές, οι µάγοι κι όλοι οι όµοιοί τους θα βασανιστούν ανελέητα.
Αλλοίµονο και σ’ αυτούς που µεθάνε, γλεντοκοπάνε µε κιθάρες και τύµπανα, που τραγουδάνε, χορεύουν, αισχρολογούν και φαντάζονται πονηρά. Τους κάλεσα και δεν µε άκουσαν, αλλά µε καταγελούσαν. Τώρα το σκουλήκι θα τους κατατρώει την καρδιά. Σ’ όλους χάρισα έλεος και µετάνοια, µα κανένας δεν έδινε τότε προσοχή.
Θα βυθίσω στο σκοτάδι κι όσους περιφρόνησαν τις Αγίες Γραφές, που τις έγραψε το Πνεύµα µου δια µέσου των Αγίων.
Θα κρίνω ακόµη κι αυτούς που ασχολούνται µε προλήψεις και δεισιδαιµονίες και στηρίζουν τις ελπίδες τους σε µαχαίρια, αξίνες, δρεπάνια κι άλλα παρόµοια. Τότε θα µάθουν ότι έπρεπε να ελπίζουν στον Θεό κι όχι στα δηµιουργήµατά Του. Θα ταράζονται και θ’ αντιλέγουν τότε, αλλά δεν θα έχουν πια καµιά δύναµη, γιατί «εµοί εκδίκησις, εγώ ανταποδώσω».
Θα τιµωρήσω και τους Βασιλείς και τους Άρχοντες που µε πίκραιναν αδιάκοπα µε τις αδικίες τους. Έκριναν άδικα και περήφανα περιφρονώντας τους ανθρώπους. Και αυτοί µεν πληρώνονταν, η δική µου όµως εξουσία δεν δέχεται δωροδοκίες. Για την αδικία τους θα τους αφανίσω. Τότε θα καταλάβουν, ότι εγώ είµαι ο φοβερός που αφαιρώ τις εξουσίες των Αρχόντων. Θα καταλάβουν ότι είµαι φοβερότερος απ’ όλους τους Βασιλείς της γης. Ουαί σ’ αυτούς! Τι κόλαση τους περιµένει! Γιατί έτριξαν τα δόντια τους κι έχυσαν αθώο αίµα, το αίµα των παιδιών τους και των θυγατέρων τους.
Αλλά σε ποιαν οργή θα παραδώσω τους µισθωτούς, που δεν ήταν γνήσιοι ποιµένες; Που ρήµαξαν τον αµπελώνα µου και σκόρπισαν τα πρόβατά µου; Που ποίµαιναν χρυσάφι κι ασήµι – όχι ψυχές – και ζήτησαν την Ιερωσύνη από συµφέρον; Πόση θα είναι η τιµωρία τους; Πόσος ο οδυρµός; Θα ξεχύσω πάνω τους όλο το θυµό και την οργή µου και θα τους συντρίψω. Πρόβατα και βόδια φθαρτά φρόντισαν ν’ αποκτήσουν, μα τα δικά µου λογικά πρόβατα δεν τα νοιάσθηκαν. Θα τιµωρήσω µε ράβδο τις ανοµίες τους και µε µαστίγιο τις αδικίες τους.
Αλλά και τους Ιερείς που γελούν η φιλονικούν µέσα στις αγίες Εκκλησίες µου, τι θα τους κάνω; Θα τους συµµορφώσω στο πυρ και στον τάρταρο.
Ήρθα κι έρχοµαι. Όποιος έχει τη δύναµη ας µε αντιµετωπίσει. Αλλά ουαί κι αλλοίµονο σ’ αυτόν που όντας αµαρτωλός θα πέσει στα χέρια µου! Γιατί καθένας θα εµφανισθεί ενώπιόν µου γυµνός και τετραχηλισµένος. Που θα τολµήσει να φανερωθεί τότε η αναίδεια των αµαρτωλών; Πως θ’ αντικρίσουν το πρόσωπό µου; Που θα βάλουν τη ντροπή τους; Θα καταισχυνθούν µπροστά στις Άχραντες ∆υνάµεις µου.
Θα κατακρίνω όµως κι όσους µοναχούς αµέλησαν τα καθήκοντά τους και πρόδωσαν τις υποσχέσεις που έδωσαν ενώπιον Θεού, Αγγέλων και ανθρώπων. Άλλα υποσχέθηκαν κι άλλα έπραξαν. Απ’ το ύψος των νεφελών θα τους γκρεµίσω στην άβυσσο. ∆εν τους έφτανε η δική τους απώλεια, αλλά προξένησαν ολέθριο σκάνδαλο και σ’ άλλους. Ήταν καλύτερα γι’ αυτούς να µην απαρνηθούν τον κόσµο, παρά που τον απαρνήθηκαν κι έζησαν αισχρά, ανακατεµένοιµε την ασωτία. «Εµοί εκδίκησις, εγώ ανταποδώσω» σ’ όσους δεν θέλησαν να µετανοιώσουν. Εγώ θα τους κρίνω σαν δίκαιος Κριτής!...
»
Τα λόγια αυτά που βροντοφώνησε ο Κύριος στον Αρχιστράτηγο Μιχαήλ, γέµισαν δέος τις αναρίθµητες δυνάµεις των Αγγέλων.
Έπειτα πρόσταξε να του φέρουν τους Επτά Αιώνες της συστάσεως του κόσµου. Ο Μιχαήλ ανέλαβε την εκτέλεση κι αυτής της προσταγής. Γι’ αυτό πήγε αµέσως στο Οίκο της Διαθήκης και τους έφερε. Ήταν σαν µεγάλα βιβλία και τα τοποθέτησε µπροστά στον Κριτή. Έπειτα στάθηκε παράµερα παρατηρώντας µε ευλάβεια πως ξεφυλλίζει ο Κύριος την Ιστορία των Αιώνων.
Πήρε Εκείνος τον πρώτο Αιώνα, τον άνοιξε και διάβασε:
«Ο Πατήρ, ο Υιός και το Άγιο Πνεύµα, ένας Θεός σε Τρία Πρόσωπα. Από τον Πατέρα γεννήθηκε ο Υιός και δηµιουργός των αιώνων. ∆ιότι µε τον Λόγο του Πατρός, τον Υιό, έγιναν οι Αιώνες, δηµιουργήθηκαν οι Ασώµατες ∆υνάµεις και στερεώθηκαν οι ουρανοί, η γη, τα καταχθόνια, η θάλασσα, οι ποταµοί και πάντα τα εν αυτοίς
Έπειτα διάβασε λίγο παρακάτω:
«Εικόνα του αόρατου Θεού είναι ο πρώτος άνθρωπος, ο Αδάµ, µε τη γυναίκα του, την Εύα. Στον Αδάµ δόθηκε µια εντολή από τον Παντοκράτορα Θεό και δηµιουργό όλων των ορατών και αοράτων. Είναι ένας νόµος που πρέπει να τηρηθεί µε κάθε ασφάλεια και ακρίβεια, ώστε να θυµάται τον Δηµιουργό του και να µην ξεχνάει, ότι υπάρχει Θεός από πάνω του».
Πάλι προχώρησε λίγο:
«Παράβαση στην οποία υπέπεσε η εικόνα του Θεού από απάτη ή µάλλον από απροσεξία και αµέλεια. Αµάρτησε ο άνθρωπος και διώχθηκε απ’ τον Παράδεισο µε δίκαιη κρίση και απόφαση του Θεού. ∆εν µπορεί να βρίσκεται µέσα σε τόσα αγαθά ο αχρείος παραβάτης!».
Πιο κάτω διάβασε:
«Ο Κάιν ρίχθηκε στον Άβελ και τον σκότωσε, κατά την βουλή του Διαβόλου. Οφείλει να καεί στη φωτιά της γεέννας, γιατί έµεινε αµετανόητος. Ενώ ο Άβελ θα ζήσει αιώνια».
Κατά τον ίδιο τρόπο ξεφύλλισε τα έξι βιβλία των Αιώνων. Πήρε τέλος το έβδοµο και διάβασε:
«Η αρχή του Εβδόµου Αιώνα σηµαίνει το τέλος των Αιώνων. Αρχίζει να γενικεύεται η κακία, η πονηρία κι η ασπλαχνία. Οι άνθρωποι του έβδοµου Αιώνα είναι πονηροί, φθονεροί, ψεύτες, με υποκριτική αγάπη, φίλαρχοι, υποδουλωµένοι στις Σοδοµίτικες αµαρτίες».
Προχώρησε λίγο, κάτι διάβασε κι έστρεψε αµέσως θλιµµένο το βλέµµα Του ψηλά, στήριξε το ένα χέρι στο γόνατο, με το άλλο σκέπασε το πρόσωπο και τα µάτια κι έµεινε συλλογισµένος σ’ αυτή τη στάση ώρα πολλή. Σε λίγο ψιθύρισε:
«Αλήθεια τούτος ο έβδοµος Αιώνας ξεπέρασε στην αδικία και την πονηρία όλους τους προηγούµενους».
∆ιάβασε παρακάτω:
«Οι Έλληνες και τα είδωλά τους γκρεµίσθηκαν µε το ξύλο, την λόγχη και τα καρφιά που έµπηξαν οι σταυρωτές στο ζωηφόρο Σώµα Μου».
Σώπασε µερικές στιγµές και πάλι έσκυψε στο βιβλίο.
«∆ώδεκα Άρχοντες του Μεγάλου Βασιλέως, λευκοί σαν το φως, συντάραξαν τη θάλασσα, στόµωσαν θηρία, έπνιξαν τους νοητούς δράκοντες, φώτισαν τυφλούς, χόρτασαν πεινασµένους και φτώχεψαν πλουσίους. Ψάρεψαν πολλές νεκρωµένες ψυχές ξαναδίνοντάς τους ζωή. Μεγάλος οµισθός τους!...» Κι έπειτα από λίγο:
«Εγώ ο Αγαπητός διάλεξα και Μάρτυρες Αθλοφόρους για χάρη Μου. Η φιλία τους έφτασε ως τον ουρανό και η αγάπη τους ως τον Θρόνο Μου! Ο πόθος τους ως την καρδιά Μου και η λατρεία τους µε φλογίζει δυνατά. Η δόξα και το κράτος Μου είναι µαζί τους!...».
Αφού γύρισε αρκετά φύλλα, ψιθύρις εµ’ ένα χαµόγελο ικανοποιήσεως:
«Ω πανέµορφη και πολύτιµη Νύµφη! Πόσοι αισχροί πάσχισαν να σε µολύνουν! Μα δεν πρόδωσες Εµένα το Νυµφίο σου!... Αµέτρητες αιρέσεις σε απείλησαν, αλλά η πέτρα που πάνω της είσαι θεµελιωµένη δεν σαλεύθηκε, γιατί «πύλαι άδου ου κατισχύσουσιν αυτής».
Πιο κάτω ήταν γραµµένες όλες οι αµαρτίες των ανθρώπων, όσες βρήκε ο θάνατος να µην έχουν ξεπλυθεί στη µετάνοια. Κι ήταν τόσες πολλές, σαν την άµµο της θάλασσας! Τις διάβασε ο Κύριος δυσαρεστηµένος και κουνούσε το κεφάλι του αναστενάζοντας.
Το αµέτρητο πλήθος των Αγγέλων στεκόταν περίτροµο από το φόβο της δίκαιης οργής του Κριτού. Όταν ο Κύριος έφτασε στη µέση του Αιώνα αυτού, παρατήρησε: «Τούτο το έσχατο βιβλίο είναι γεµάτο από τη δυσωδία των αµαρτιών, από τ’ ανθρώπινα έργα, που είναι όλα ψεύτικα και βρωµερά: Φθόνοι, φόνοι, ψεύδη, έχθρες, μνησικακίες. Φθάνει πια! Θα το σταµατήσω στη µέση. Να πάψει η κυριαρχία της αµαρτίας.
Και λέγοντας αυτά τα οργισµένα λόγια ο Κύριος έδωσε στον Αρχιστράτηγο Μιχαήλ το σύνθηµα για την Κρίση. Αυτοστιγµεί εκείνος µε το Τάγµα του πήραν τον υπέρλαµπρο και απερίγραπτο θρόνο κι έφυγαν. Ήταν το τάγµα τόσο πολυπληθές, ώστε η γη δεν το χωρούσε. Φεύγοντας βροντοφωνούσαν: «Άγιος, Άγιος, Άγιος, φοβερός και µέγας, υψηλός, θαυµαστός και δεδοξασµένος ο Κύριος στους αιώνες των αιώνων
Έπειτα αποχώρησε ο Γαβριήλ µε το Τάγµα του ψάλλοντας: «Άγιος, Άγιος, Άγιος Κύριος Σαβαώθ, πλήρης πάσα η γη της δόξης Αυτού»! Και απ’ αυτούς τους φοβερούς λόγους συγκλονίζονταν ο ουρανός και η γη.
Ακολούθησε ο τρίτος µέγας Αρχιστράτηγος, ο Ραφαήλ, με το Τάγµα του αναπέµποντας τον ύµνο: «Εις Άγιος, εις Κύριος, Ιησούς Χριστός, εις δόξαν Θεού Πατρός. Αµήν
Τέλος ξεκίνησε και η τέταρτη παράταξη. Ο Άρχοντάς της ήταν λευκός και λαµπερός σαν το χιόνι, με όψη γλυκειά. Φεύγοντας άρχισε κι αυτός να ψάλλει δυνατά: «Θεός θεών Κύριος ελάλησε και εκάλεσε την γην από ανατολών ηλίου µέχρι δυσµών. Εκ Σιών η ευπρέπεια τη ωραιότητος Αυτού. Ο Θεός εµφανώς ήξει, ο Θεός ηµών και ου παρασιωπήσεται. Πυρ ενώπιον αυτού προπορεύσεται και κύκλω αυτού καταιγίς σφόδρα.» Και συνέχεια τον υπόλοιπο ψαλµό. Ενώ οι αξιωµατούχοι του αποκρίνονταν: «Ανάστα ο Θεός κρίνων την γην, ότι συ κατακληρονοµήσεις εν πάσι τοις έθνεσι.» Ο αρχηγός αυτού του Τάγµατος ονοµαζόταν Ουριήλ.
Σε λίγο έφεραν ενώπιον του Κυρίου τον δοξασµένο Σταυρό Του, που έλαµπε σαν φοβερή αστραπή και σκόρπιζε άρρητη ευωδία. Τον συνόδευαν µε εξαιρετικές τιµές δύο Τάγµατα Εξουσιών και ∆υνάµεων. Το θέαµα ήταν συγκλονιστικά µεγαλόπρεπο. Οι πολυάριθµες δυνάµεις έψαλαν αρµονικά. Άλλοι έλεγαν µε µεγάλο δέος: «Υψώσω Σε ο Θεός µου ο Βασιλεύς µου και ευλογήσω το όνοµά Σου εις τον αιώνα». Άλλοι έλεγαν: «Υψούτε Κύριον τον Θεόν ηµών και προσκυνείτε τω υποποδίω των ποδών Αυτού, ότι Άγιος εστί. Αλληλούια, Αλληλούια, Αλληλούια!».
Έπειτα δόθηκε θεία διαταγή να έρθει πάλι ο κραταιός Άρχοντας Μιχαήλ για να παρουσιαστεί δίπλα στον Θρόνο του Κυρίου. Εκείνη τη στιγµή παρουσιάσθηκε ένας Άγγελος που κρατούσε µία βροντερή σάλπιγγα. Την πήρε ο Κριτής στα χέρια του, σάλπισε τρεις φορές κι είπε τρεις λόγους. Μετά την παρέδωσε στον Μιχαήλ: «Σε προστάζω να πάρεις το θείο σου Τάγµα και να σκορπισθήτε σ’ όλο τον κόσµο, για να µεταφέρετε πάνω σε νεφέλες τους Αγίους, απ’ την Ανατολή και τη Δύση, τον Βορρά και τον Νότο. Θα τους συγκεντρώσεις όλους για να υποδεχθούν την Παρουσία Μου, μόλις ηχήσει η σάλπιγγα».
Ύστερα απ’ όλα αυτά έρριξε ένα βλέµµα στη γη ο δίκαιος Κριτής και είδε. Οµίχλη και σκοτεινιά, θρήνος και ουαί και κοπετός πολύς. Φοβερή η τυραννία του Σατανά! Μανίαζε και φρίαττε ο δράκοντας, κατέστρεψε τα πάντα συντρίβοντάς τα σαν χορτάρι, γιατί έβλεπε τους Αγγέλους του Θεού να του ετοιµάζουν το αιώνιο πυρ.
Μόλις τα είδε ολ’ αυτά ο Κύριος, κάλεσε ένα πύρινο Άγγελο µε αυστηρή και φοβερή όψη, χωρίς λύπηση– ήταν Αρχηγός των Αγγέλων που επιβλέπουν το πυρ της κολάσεως– και του είπε: «Πάρε µαζί σου τη ράβδο Μου που δένει και συντρίβει. Πάρε κι αµέτρητους Αγγέλους απ’ το Τάγµα σου, τους πιο φοβερούς, που τάχθηκαν τιµωροί των κολασµένων. Θα πάτε στη νοητή θάλασσα, για να βρείτε τα ίχνη του ζοφερού Άρχοντα. Άρπαξέ τον µε ισχύ και κραταιότητα και χτυπά τον αλύπητα µε τη ράβδο µου, ώσπου να παραδώσει το τάγµα των πονηρών πνευµάτων. Κι αφού τους δέσεις όλους γερά µε την ισχύ της ράβδου, κατά τη διαταγή µου, θα του ρίξεις στις πιο άσπλαχνες και άγριες κολάσεις".
Και τότε πια, όταν όλα ήταν έτοιµα, έγινε νεύµα στον Αρχάγγελο που κρατούσε τη σάλπιγγα να σαλπίσει ηχηρά. Αµέσως απλώθηκε απότοµα νεκρική σιγή, σαν να ηρέµησαν τα σύµπαντα. Με το πρώτο σάλπισµα συναρµολογήθηκαν όλα τα σώµατα των νεκρών. Με το δεύτερο, Πνεύµα Κυρίου επανέφερε τις ψυχές µέσα στα νεκρά σώµατα. ∆έος και φρίκη κατέλαβε τα σύµπαντα. Τα ουράνια και τα επίγεια έτρεµαν. Και τότε αντήχησε το τρίτο και φοβερότερο σάλπισµα, που συγκλόνισε όλο τον κόσµο. Οι νεκροί αναστήθηκαν από τα µνήµατα εν ριπή οφθαλµού. Φοβερό θέαµα! Ξεπερνούσαν σε αριθµό και την άµµο της θάλασσας. Συγχρόνως σαν πυκνή βροχή κατέβαιναν απ’ τα ουράνια προς τον Θρόνο της ετοιµασίας τ’ Αγγελικά τάγµατα βροντοφωνώντας: «Άγιος, Άγιος, Άγιος Κύριος Σαβαώθ, πλήρης πάσα η γη φόβου και τρόµου».
Στεκόταν όλος ο λαός και το αναρίθµητο σύνταγµα των Αγγέλων περιµένοντας. Έτρεµαν και φρικιούσαν µπροστά στη φοβερή θεία εξουσία που κατέβαινε στη γη. Ενώ όµως όλοι κοίταζαν ψηλά, ξαφνικά άρχισαν να γίνονται σεισµοί, βροντές και αστραπές στην κοιλάδα της ∆ίκης και στον αιθέρα, ώστε κατατρόµαξαν όλοι. Τότε αποσύρθηκε σαν βιβλίο το στερέωµα του ουρανού και φάνηκε ο Τίµιος Σταυρός να λάµπει σαν το ήλιο και να σκορπίζει θείες µαρµαρυγές. Τον κρατούσαν οι Άγγελοι µπροστά από τον Κύριό µας Ιησού Χριστό και Κριτή της Οικουµένης, που ερχόταν.
Σε λίγο ακούγεται ένας ύµνος, ένα τραγούδι πρωτάκουστο: "Ευλογηµένος ο ερχόµενος εν ονόµατι Κυρίου. Θεός Κύριος, Κριτής, Εξουσιαστής, Άρχων Ειρήνης». Μόλις τελείωσε η βροντερή τούτη δοξολογία, εµφανίζεται ο Κριτής επί των νεφελών, καθισµένος σε θρόνο πύρινο. Με την πολλή Του καθάρια λαµπρότητα πυρπολούσε τον ουρανό και την γη.
Έξαφνα, μέσα απ’ το πλήθος των αναστηµένων νεκρών άρχισαν µερικοί ν’ αστράφτουν σαν ήλιοι! Αµέσως αρπάζοταν από τις νεφέλες στον αέρα για να συναντήσουν τον Κύριό τους. Οι περισσότεροι όµως απόµειναν κάτω. Κανείς δεν τους πήρε στον ουρανό!... Θρηνούσαν πικρά που δεν αξιώθηκαν ν’ αρπαχθούν κι αυτοί από τις νεφέλες κι ήταν φαρµάκι η λύπη και η οδύνη στις ψυχές τους. Έπεσαν όλοι γονατιστοί µπροστά στον Κριτή και πάλι σηκώθηκαν.
Είχε πια καθήσει στον Θρόνο ο φοβερός Κριτής και µαζεύτηκαν γύρω του όλες οι Δυνάµεις των Ουρανών µε φόβο και τρόµο. Όσοι είχαν αρπαχθεί απ’ τα σύννεφα προς απάντησή του, τοποθετήθηκαν στα δεξιά του. Οι υπόλοιποι οδηγήθηκαν στ’ αριστερά του Κριτού. Ήταν Ιουδαίοι, Άρχοντες, Αρχιερείς, Ιερείς, Βασιλείς και πολύ πλήθος µοναχών και λαϊκών. Στέκονταν καταντροπιασµένοι, ελεεινολογώντας τον εαυτό τους και θρηνώντας την απώλειά τους. Τα πρόσωπά τους ήταν εξαθλιωµένα και αναστέναζαν βαθιά συντριµµένοι. Σ’ όλους είχε απλωθεί νεκρικό πένθος. Και πουθενά δεν φαινόταν καµµιά παρηγοριά.
Όσοι όµως στέκοταν στα δεξιά του Κριτού ήταν όλοι φαιδροί, φωτεινοί σαν ήλιοι, σεµνοί, δοξασµένοι, λευκοί σαν το φως, πυρποληµένοι, λες, από µία θεόφωτη αστραπή. Έµοιαζαν – αν δεν είναι τολµηρό να το πει κανείς – σαν τον Κύριο και Θεός τους.
Παρευθύς έρριξε το βλέµµα του και απ’ τη µία και απ’ την άλλη µεριά ο φοβερός Κριτής. Στα δεξιά κοίταξε ευχαριστηµένος και χαµογέλασε. Όταν όµως γύρισε στ’ αριστερά Του ταράχθηκε, οργίσθηκε πολύ και απέστρεψε αµέσως το πρόσωπό Του. Τότε µε δυνατή και επίσηµη φωνή λέει στους «εκ δεξιών» Του:
«∆εύτε οι ευλογηµένοι του Πατρός µου, κληρονοµήσατε την ητοιµασµένην υµίν βασιλείαν από καταβολής κόσµου. Επείνασα γαρ και εδώκατέ µοι φαγείν, εδίψησα και εποτίσατέ µε, ξένος ήµην και συνηγάγετέ µε, γυµνός και περιεβάλετέ µε, ησθένησα και επεσκέψασθέ µε, εν φυλακή ήµην και ήλθετε προς µε
Παραξενεύτηκαν εκείνοι και ρώτησαν!
«Κύριε πότε σε είδοµεν πεινώντα και εθρέψαµεν ή διψώντα και εποτίσαµεν; Πότε δε σε είδοµεν ξένον και συνηγάγοµεν ή γυµνόν και περιεβάλοµεν; Πότε δε σε είδοµεν ασθενή ή εν φυλακή και ήλθοµεν προς σε
«Αµήν λέγω υµίν, εφ’ όσον εποιήσατε ενί τούτων των αδελφώνµου των ελαχίστων, εµοί εποιήσατε
Στρέφεται τότε προς τους «εξ ευωνύµων» και τους λέει µε δριµύτητα:
«Πορεύεσθαι απ’εµού οι κατηραµένοι εις το πυρ το αιώνιον, το ητοιµασµένον τω διαβόλω και τοις αγγέλοις αυτού. Επείνασα γαρ και ουκ εδώκατέ µοι φαγείν, εδίψησα και ουκ εποτίσατε µε, ξένος ήµην και ου συνηγάγετέ µε, γυµνός και ου περιεβάλετέ µε, ασθενής και εν φυλακή και ουκ επεσκέψασθέ µε
«Κύριε», τον ρώτησαν κι αυτοί απορηµένοι, «πότε σε είδοµεν και εν φυλακή και ου διηκονήσαµέν σοι
«Αµήν λέγω υµίν», τους απάντησε ο Κύριος, «εφ’ όσον ουκ εποιήσατε ενί τούτων των ελαχίστων, ουδέ εµοί εποιήσατε. Χαθείτε απ ’τα µάτια µου, καταραµένοι της γης! Στον τάρταρο, στον βρυγµό των οδόντων! Εκεί θα‘ναι ο θρήνος και ο οδυρµός, ο ατελείωτος" .
Μόλις έβγαλε αυτή την απόφαση ο Κριτής, αµέσως ξεχύθηκε απ’ την Ανατολή ένας τεράστιος πύρινος ποταµός, που κυλούσε ορµητικά προς την Δύση. Ήταν πλατύς σαν µεγάλη θάλασσα. Οι αµαρτωλοί απ’ τ’ αριστερά βλέποντάς τον κατατρόµαξαν κι άρχισαν να τρέµουν φρικτά απ’ την απελπισία τους. Μα ο αδέκαστος Κριτής πρόσταξε να περάσουν όλοι – δίκαιοι και άδικοι – μέσα απ’ τον φλεγόµενο ποταµό, για να τους δοκιµάσει το πυρ.
Άρχισαν πρώτα οι «εκ δεξιών», που πέρασαν όλοι και βγήκαν λαµπεροί σαν ατόφιο χρυσάφι. Τα έργα τους δεν κάηκαν, αλλ’ αποδείχθηκαν πιο φωτεινά και διαυγή µε τη δοκιµασία. Γι’ αυτό γέµισαν αγαλλίαση.
Έπειτα απ’ αυτούς ήρθαν και οι «εξ ευωνύµων» να περάσουν µέσ’ απ’ τη φωτιά, για να δοκιµασθούν τα έργα τους. Αλλά, επειδή ήταν αµαρτωλοί, η φλόγα άρχισε να τους καίει και τους κράτησε µέσα στη µέση του ποταµού. Και τα µεν έργα τους κατακάηκαν σαν άχυρα, ενώ τα σώµατά τους έµειναν σώα να φλέγονται επί χρόνια και αιώνες ατέλειωτους, µαζί µε τον διάβολο και τους δαίµονες. Κανένας δεν κατόρθωσε να βγει από κείνο το πύρινο ποτάµι! Όλους τους αιχµαλώτισε η φωτιά, γιατί ήταν άξιοι καταδίκης και τιµωρίας.
Αφού παραδόθηκαν στην κόλαση οι αµαρτωλοί, σηκώθηκε απ’ το Θρόνο Του ο φοβερός Κριτής και ξεκίνησε για το θεϊκό ανάκτορο µ’ όλους τους Αγίους Του. Τον περικύκλωναν, πάντα µε πολύ φόβο και τρόµο, όλες οι Ουράνιες Δυνάµεις ψάλλοντας:
«Άρατε πύλας οι άρχοντες ηµών και επάρθητε πύλαι αιώνιοι και εισελεύσεται ο Βασιλεύς της Δόξης, ο Κύριος και Θεός των θεών µαζί µ’ όλους τους Αγίους Του, που θ’ απολαύσουν αιώνια κληρονοµιά».
Άλλο Τάγµα απαντούσε και έλεγε:
«Ευλογηµένος ο ερχόµενος εν ονόµατι Κυρίου, µ’ όσους αξίωσε η χάρη Του να ονοµασθούν υιοί Θεού, Θεός Κύριος, μαζί µε τους υιούς της Νέας Σιών, και επέφανεν ηµίν».
Και οι Αρχάγγελοι, που προπορεύονταν απ’ τον Κύριο, τον δοξολογούσαν ψάλλοντας ένα ουράνιο µέλος αντιφωνικά:
«∆εύτε αγαλλιασώµεθα τω Κυρίω, αλαλάξωµεν τω Θεώ τω Σωτήρι ηµών. Προφθάσωµεν το πρόσωπον Αυτού εν εξοµολογήσει και εν ψαλµοίς αλαλάξωµεν αυτώ».
Ενώ άλλο Τάγµα αντιφωνούσε µελωδικά:
«Ότι Θεός µέγας Κύριος και Βασιλεύς µέγας επί πάσαν την γην. Ότι εν τη χειρί αυτού τα πέρατα της γης και τα ύψη των ορέων αυτού εισίν
Αυτά και άλλα πολλά παναρµόνια µέλη έψαλλαν οι Άγιοι Άγγελοι, ώστε να ευφραίνονται απερίγραπτα όσοι τ’ άκουγαν. Έτσι ψάλλοντας µπήκαν οι Άγιοι µε τον Κύριο Ιησού Χριστό στον επουράνιο θάλαµο του θεϊκού παλατίου, µε καρδιές που σκιρτούσαν από χαρά. Και αµέσως κλείσθηκαν οι πύλες του νυµφώνα.
Τότε κάλεσε ο ουράνιος Βασιλεύς τους κορυφαίους Αγγέλους. Πρώτοι παρουσιάσθηκαν ο Μιχαήλ, ο Γαβριήλ, ο Ραφαήλ, ο Ουριήλ και οι Άρχοντες των Ταγµάτων.
Ακολούθησαν οι δώδεκα φωστήρες του κόσµου, οι Απόστολοι. Τους έδωσε ο Κύριος δόξα αστραφτερή και δώδεκα πυρίµορφους θρόνους για να καθίσουν κοντά στον διδάσκαλό τους Χριστό µε µεγαλειώδεις τιµές. Η όψη τους ακτινοβολούσε ένα απερίγραπτο αιώνιο φως και τα ενδύµατά τους ήταν λαµπερά και διάφανα σαν το κεχριµπάρι. Ακόµη κι οι Άρχοντες των Αγγέλων τους θαύµαζαν. Τέλος τους έδωσε και δώδεκα υπέροχα κριστάλλινα στεφάνια διακοσµηµένα µε πολύτιµους λίθους, που έλαµπαν εκτυφλωτικά, καθώς τα κρατούσαν πάνω από τα κεφάλια τους ένδοξοι Άγγελοι.
Έπειτα οδηγήθηκαν ενώπιον του Κυρίου οι Εβδοµήκοντα Απόστολοι. Έλαβαν κι αυτοί όµοιες τιµές και δόξες, μόνο που τα στεφάνια των Δώδεκα ήταν πιο θαυµαστά.
Και τώρα ήρθε η σειρά των Μαρτύρων. Αυτοί πήραν τη θέση και τη δόξα της µεγάλης Αγγελικής στρατιάς, που γκρεµίσθηκε απ’ τον ουρανό µαζί µε τον Εωσφόρο. Έγιναν δηλαδή οι Μάρτυρες Άγγελοι και Άρχοντες των Ουρανίων Ταγµάτων. Τους έφεραν αµέσως πλήθος στεφάνια και τα τοποθέτησαν στα αγιασµένα κεφάλια τους. Όσο λάµπει ο ήλιος, τόσο έλαµπαν κι αυτά. Έτσι οι Άγιοι Μάρτυρες θεώµενοι ευφραίνονταν και αγάλλονταν ανέκφραστα.
Μετά µπήκε ο θείος χορός των Ιεραρχών, Ιερέων, Διακόνων και λοιπών κληρικών. Στεφανώθηκαν κι αυτοί µ’ αιώνια κι αµαράντινα στεφάνια, ανάλογα µε τον ζήλο, την υποµονή και ποιµαντική τους δράση. Στεφάνι από στεφάνι ήταν διαφορετικό κατά τη δόξα, όπως αστέρι από αστέρι. Έτσι πολλοί Ιερείς και Διάκονοι ήταν ενδοξότεροι και λαµπρότεροι από πολλούς Αρχιερείς. Τους έδωσαν ακόµη και από ένα ναό, για να προσφέρουν στο νοερό θυσιαστήριο αγία θυσία και τέλεια, ευάρεστη στο Θεό.
Έπειτα µπήκε ο όσιος χορός των Μοναχών. Η όψη τους ξέχυνε µυστική ευωδία και σαν ήλιοι σκόρπιζαν θείες µαρµαρυγές. Ο Κύριος τους στόλισε µε έξι φτερούγες και έγιναν µε τη δύναµη του Αγίου Πνεύµατος σαν τα φρικτά Χερουβίµ και Σεραφίµ. Άρχισαν τότε να βροντοφωνούν. «Άγιος, Άγιος, Άγιος Κύριος Σαβαώθ, πλήρης πάσα η γη της δόξης αυτού». Ήταν η δόξα τους µεγάλη, αφάνταστη και το στεφάνι τους ποικιλοστόλιστο και λαµπερό. Ανάλογα µε τους αγώνες και τους ιδρώτες τους απολάµβαναν και τις τιµές.
Ακολούθησε ο χορός των Προφητών. Τους δώρησε ο Βασιλεύς το άσµα των ασµάτων, το ψαλτήρι του ∆αβίδ, τύµπανα και χορούς, άυλο φως αστραφτερό, άφραστη αγαλλίαση και τη δοξολογία του Αγίου Πνεύµατος. Τότε τους ζήτησε ο ∆εσπότης του θεϊκού νυµφώνα να ψάλλουν κάτι. Και έψαλλαν ένα τόσο µελωδικό ύµνο, ώστε σκίρτησαν όλοι από ευφροσύνη.
Αφού έλαβαν αυτά τα δώρα οι Άγιοι απ’ τα άχραντα χέρια του Σωτήρος, περίµεναν ακόµη εκείνα, «α οφθαλµός ουκ είδε και ους ουκ ήκουσε και επί καρδίαν ανθρώπου ουκ ανέβη».
Τότε µπήκε όλος ο χορός των ανθρώπων, που σώθηκαν µέσα στον κόσµο: Φτωχοί και Άρχοντες, Βασιλείς και ιδιώτες, δούλοι και ελεύθεροι. Στάθηκαν όλοι ενώπιον του Κυρίου κι εκείνος ξεχώρισε απ’ ανάµεσά τους τους ελεήµονες και τους αγνούς και τους έδωσε την τρυφή του Παραδείσου της Εδέµ, παλάτια ουράνια και φωτεινά, στεφάνια πολυτελή, αγιασµό και αγαλλίαση, θρόνους και σκήπτρα και Αγγέλους να τους υπηρετούν.
Μετά ήρθαν όσοι έγιναν δια την αγάπη του Χριστού «πτωχοί τω πνεύµατι». Τώρα υψώθηκαν πάρα πολύ. Τους δόθηκε απ’ το χέρι του Κυρίου στεφάνι περίλαµπρο και κληρονόµησαν τη Βασιλεία των Ουρανών.
Έπειτα «οι πενθούντες» τις αµαρτίες τους, που έλαβαν τη µεγάλη παρηγοριά της Αγίας Τριάδος.
Έπειτα «οι πραείς» και άκακοι, που κληρονόµησαν την ουράνια γη, όπου αποστάζει γλυκασµό και ευωδία το Πνεύµα του Θεού. Και αυτοί δοκίµασαν ανέκφραστη τέρψη και ηδονή βλέποντας να τους χαρίζεται η µακάρια γη. Τα στεφάνια τους ροδόµορφα σκόρπιζαν µαρµαρυγές.
Ακολούθησαν «οι πεινώντες και διψώντες την δικαιοσύνην». Τους δόθηκε ο µισθός της δικαιοσύνης, για να χορτάσουν. Και η αγαθή τους πρόθεση ευφράνθηκε βλέποντας τον Βασιλέα Χριστό να υψώνεται και να υπερδοξάζεται απ’ τους Αγίους Αγγέλους.
Έπειτα «οι δεδιωγµένοι ένεκεν δικαιοσύνης». Τους χαρίσθηκε θεία δοξολογία και πολυθαύµαστη ζωή. Στήθηκε µάλιστα για χάρη τους και άφραστος θρόνος για να καθίσουν στη Βασιλεία των Ουρανών. Τα στεφάνια τους ήταν από θείο κι άυλο χρυσάφι που τόσο έλαµπε, ώστε απ’ την δόξα τους να χαίρονται οι χοροί των Αγγέλων.
Μετά µπήκε ο χορός «των ονειδισθέντων» για τον Χριστό, τον µεγάλο Θεό και σωτήρα των ψυχών µας. Τους ανέβασαν σε θρόνους χρυσοποίκιλτους και απολάµβαναν τον έπαινο του Θεού.
Μετά απ’ αυτούς µπήκε πολύ πλήθος ειδωλολατρών, που δεν γνώρισαν τον νόµο του Χριστού, αλλά εκ φύσεως τον τήρησαν υπακούοντας στη συνείδησή τους. Πολλοί σαν ήλιοι απ’ την αγνότητα και την καθαρότητά τους. Και ο Κύριος τους χάρισε τον Παράδεισο και φαιδρά στεφάνια πλεγμένα με ρόδα και κρίνα. Επειδή όµως είχαν στερηθεί το Άγιο Βάπτισµα, ήταν τυφλοί. ∆εν έβλεπαν καθόλου τη δόξα του Θεού. Γιατί το Άγιο Βάπτισµα είναι φως και µάτι της ψυχής. Γι’ αυτό όποιος δεν το λάβει κι αν άπειρα καλά εργασθεί, κληρονοµεί βέβαια την παραδείσια άνεση και κάτι δοκιµάζει από την ευωδία και τη γλυκύτητα της, αλλά δεν βλέπει τίποτε.
Έπειτα και από αυτούς βλέπει ο δίκαιος Νήφων ένα τάγµα Αγίων που ήταν τα παιδιά των Χριστιανών. Όλοι τους έµοιαζαν να είναι περίπου τριάντα ετών. Τους κοίταξε µε βλέµµα ιλαρό ο Νυµφίος και είπε: «Ο µεν χιτώνας του Βαπτίσµατός σαν άσπιλος, έργα όµως πουθενά! Τι να σας κάνω λοιπόν εσάς;» Τότε µε θάρρος του απάντησαν κι αυτοί: «Κύριε, µας στέρησες τα επίγεια αγαθά σου, τουλάχιστον µε µας στερήσεις τα επουράνια». Χαµογέλασε ο Νυµφίος και τους χάρισε τα ουράνια αγαθά. Πήραν και τα στεφάνια της αγνότητος, της ακακίας και όλες οι άυλες στρατιές τους θαύµαζαν.
Ήταν θαύµα ν’ ακούει κανείς τους Αγίους Αγγέλους που, κατευχαριστηµένοι καθώς έβλεπαν τα Τάγµατα όλων των Αγίων, τραγουδούσαν άσµατα γλυκά.
Ύστερα απ’ όλα αυτά βλέπει ο Νήφων να έρχεται µπροστά στον Νυµφίο µια θεόφωτη Νύµφη. Γύρω της σκόρπιζε ουράνιες ευωδίες και θεϊκά µύρα. Στο πανέµορφο κεφάλι της φορούσε ασύγκριτο βασιλικό στέµµα που ακτινοβολούσε. Οι Άγγελοι την ατένιζαν κατάπληκτοι κι οι Άγιοι θαµπωµένοι. Η χάρη του Αγίου Πνεύµατος συγκρατούσε πάνω στην άχραντη κορυφή το ουράνιο εκείνο διάδηµα.
Μπαίνοντας στον θείο νυµφώνα την ακολουθούσε αναρίθµητο πλήθος Παρθένων που υµνούσανµε δοξολογίες και άσµατα τα µεγαλεία του Θεού.
Όταν έφτασε κοντά στον Νυµφίο η Μεγάλη Βασίλισσα, προσκύνησε τρεις φορές µαζί µε όλες τις αγίες Παρθένες. Τότε ο «ωραίος κάλλει» την είδε και ευφράνθηκε. Έσκυψε το κεφάλι Του και την τίµησε σαν Άχραντη Μητέρα Του. Εκείνη πλησίασε µε πολλή ευλάβεια και χάρη και ασπάσθηκε τα αθάνατα και ακοίµητα µάτια Του, καθώς και σπλαχνικά Του χέρια.
Μετά το θείο φίληµα ο Κύριος χάρισε στις Παρθένες αστραφτερά φορέµατα και πάµφωτα στεφάνια. Κι έπειτα ήρθαν όλες οι Νοερές Δυνάµεις υµνώντας, µακαρίζοντας και δοξάζοντάς την.
Τότε σηκώθηκε απ’ τον θρόνο Του ο Νυµφίος και έχοντας στα δεξιά τη Μητέρα Του και στ’ αριστερά τον µέγιστο και πολυθαύµαστο Προφήτη και Πρόδροµό Του, βγήκε απ’ τον νυµφώνα και πήγε στον θεϊκό θάλαµο, όπου βρίσκονται τα αγαθά «α οφθαλµός ουκ είδε και ους ουκ ήκουσε και επί καρδίαν ανθρώπου ουκ ανέβη», ετοιµασµένα για όσους αγάπησαν τον Θεό. Ακολουθούσαν και όλοι οι Άγιοι. Μόλις είδαν τ’ αγαθά, πληµµύρισαν από άφατη αγαλλίαση και άρχισαν να κυκλοφορούν πανηγυρίζοντας µέσα στον έκπαγλο θάλαµο.
Αλλ’ αυτά δεν µπόρεσε ο δούλος του Θεού Νήφων να µου περιγράψει, αν και πολλές φορές τον πίεσα, δεν µου είπε το παραµικρό.
«∆εν µπορώ παιδί µου», έλεγε αναστενάζοντας, «ν’απεικονίσω µε την γλώσσα µου ή να παροµοιάσω µε οποιοδήποτε επίγειο πράγµα τα εκεί. Ήταν πέρα από κάθε σκέψη και φαντασία, πέρα απ’ όλα τα βλεπόµενα καιµη βλεπόµενα".
Όταν λοιπόν µοίρασε ο Κύριος στους Αγίους του όλα τα άφραστα και ανήκουστα αγαθά, πρόσταξε τα Χερουβίµ να κυκλώσουν τον αιώνιο θάλαµο. Πρόσταξε έπειτα τα Σεραφίµ να κυκλώσουν τα Χερουβίµ, οι Θρόνοι τα Σεραφίµ, οι Κυριότητες τους Θρόνους, οι Αρχές τις Κυριότητες, οι Εξουσίες τις Αρχές και τέλος οι ∆υνάµεις των ουρανών τις Εξουσίες. Όπως το τείχος κυκλώνει µία πόλη, έτσι τα ουράνια Τάγµατα κυκλώνουν το ένα το άλλο.
∆εξιά απ’ τον θάλαµο των αιώνων στάθηκε µε κάθε µεγαλοπρέπεια ο Μιχαήλ µε το τάγµα του. Αριστερά ο Γαβριήλµε το δικό του. Ο Ουριήλ εγκαταστάθηκε στα δυτικά και ο Ραφαήλ στα ανατολικά. Ήταν οι τέσσερις αυτές παρατάξεις πολύ µεγάλες. Και µαζί µε τα τάγµατα των Αχράντων Δυνάµεων έζωναν τον θάλαµο του Θεού µε πολλή λαµπρότητα.
Ολ’ αυτά έγιναν µε το πρόσταγµα του Κυρίου Ιησού Χριστού, του Μεγάλου Θεού και Σωτήρος όλων των Αγίων. Στο τέλος όλων των µυστηρίων που είδε ο άγιος Νήφων, είδε και την πιο φοβερή αποκάλυψη:
Ο ίδιος ο Πατέρας του Μονογενούς Υιού, ο Γεννήτωρ, το φως το απρόσιτο και ακατάληπτο, ανέτειλε ξαφνικά λάµποντας «συν τω Υιώ και τω Αγίω Πνεύµατι» πάνω από κείνο τον απέραντο θάλαµο, πάνω από τις Άχραντες Δυνάµεις, πάνω απ’ όλους τους κύκλους και τις παρατάξεις τους. Φώτιζε του καθαρότατο θάλαµο, όπως φωτίζει ο ήλιος τον κόσµο. Έτσι έλαµπε ο Πατέρας των Οικτιρµών. Και όπως το σφουγγάρι ρουφάει και συγκρατεί το κρασί, έτσι κι’ οι Άγιοι πληµµύριζαν απ’ το άρρητο τρισήλιο φως της θεότητας και βασίλευαν αδιάκοπα µαζί Της στους αιώνες.
Από τότε πια δεν υπήρχε γι’ αυτούς ούτε νύχτα, ούτε µέρα. Μόνο υπήρχε ο Θεός Πατέρας, Υιός και Πνεύµα, φως και τρυφή, ζωή και φέγγος, τέρψη και ηδονή.
Έπειτα έγινε βαθειά σιγή. Σε λίγο το πρώτο Τάγµα, το θείο και φοβερό που κύκλωνε τον θάλαµο, δόθηκε σαν συνεχής και ατέλειωτη κληρονοµιά, ευφρόσυνο άσµα κι ανέκφραστη δοξολογία. Ασύγκριτα υπέρκαλλη ήταν η ηδονή τους. Οι καρδιές των Αγίων σκιρτούσαν απ’ τη χαρά και την απόλαυση.
Απ’ το πρώτο Τάγµα µεταδόθηκε ο υπέροχος δοξολογικός ύµνος στο δεύτερο Τάγµα των Σεραφίµ. Άρχισαν τότε εκείνο να ψάλλει ύµνο περίτεχνο και ακατάληπτο. Σαν εφτάγλυκο µέλι ηχούσε η δοξολογία του στ’ αυτιά των Αγίων, που ευφραίνονταν απέραντα µ’ όλες τους τις αισθήσεις. Τα µάτια τους έβλεπαν το απρόσιτο φως. Η όσφρησή τους οσφραίνονταν την ευωδία της Θεότητος. Τ’ αυτιά τους άκουγαν τον θείο ύµνο των Αχράντων Δυνάµεων. Το στόµα τους γευόταν το Σώµα και το Αίµα του Κυρίου Ιησού Χριστού, καινούργιο στη Βασιλεία των Ουρανών. Τα χέρια τους ψηλαφούσαν τα αιώνια αγαθά και τα πόδια τους χόρευαν στον θάλαµο. Έτσι λοιπόν µ’ όλες τους τις αισθήσεις χόρταιναν την άφατη αγαλλίαση.
Σε λίγο µεταδόθηκε ο θείος εκείνος ύµνος απ’ το δεύτερο Τάγµα στο τρίτο και απ’ το τρίτο και απ’ το τέταρτο, ως το τελευταίο προκαλώντας, µε το γλυκύτερο απ’ το µέλι µέλος του, τέρψη και ηδονή στις καρδιές των Αγίων. Και ήταν υπέροχο, ότι δεν ψαλλόνταν ένας ύµνος συνεχώς από τα Τάγµατα, αλλά υπήρχε απερίγραπτη ποικιλία και πρωτοτυπία στην ωδή που έψαλλαν.
Όταν οι εφτά κύκλοι των Ταγµάτων ολοκλήρωσαν την καθαρή τους δοξολογία, τότε άρχισαν και τα τάγµατα των Αρχαγγέλων τον Τρισάγιο Ύµνο. Έψαλλε ο Μιχαήλ και αντιφωνούσε ο Γαβριήλ. Και πάλι υµνούσε ο Ραφαήλ και συµπλήρωνε ο Ουριήλ. Άκουγε κανείς πρωτάκουστες αρµονίες. Οι τέσσερις πύρινοι στύλοι, οι Αρχάγγελοι, ξεχώριζαν και ήταν ο ύµνος τους φοβερός και βροντερός.
Παρακινούµενοι απ’ την άπειρη εκείνη τρυφή άρχισαν τότε και οι Άγιοι Πάντες µεσ’ απ’ τον ουράνιο θάλαµο να ψάλουν τα µεγαλεία του Θεού. Έτσι µέσα αντηχούσε ύµνος, ύµνος κι έξω, ύµνος και παντού. Άσµατα πανίερα. Που φλόγιζαν τις αγίες καρδιές µε µακάρια ηδονή στους ατελεύτητους αιώνες.
Όταν τα είχε δει πια όλα αυτά ο τρισµακάριος Νήφων και ενώ βρισκόταν σε µεγάλη έκσταση και θεωρία, άκουσε τη φωνή του Θεού να του λέει:
«Νήφων,Νήφων, ωραία ήταν ο προφητική σου οπτασία. Όλ’ αυτά λοιπόν που είδες και άκουσες γράψε τα µε κάθε λεπτοµέρεια, γιατί έτσι και θα γίνουν. Τα φανέρωσα σε σένα, γιατί είσαι πιστός φίλος, αγαπητό µου παιδί και κληρονόµος της Βασιλείας µου. Βεβαιώσου λοιπόν, τώρα που σε αξίωσα να γίνεις αυτόπτης των φρικτών µυστηρίων, για τη µεγάλη µου φιλανθρωπία προς όλους εκείνους που προσκυνούν µε ταπείνωση τη βασιλεία και την εξουσία µου. Γιατί εγώ ευφραίνοµαι να επιβλέπω επί τον πράον και ησύχιον και τρέµοντα τους λόγους μου»
Αφού του είπε αυτά ο Κύριος, τον απέλυσε από τη φοβερή και πολυθαύµαστη οπτασία, που επί δύο εβδοµάδες τον είχε απορροφήσει. Όταν πια ήρθε στον εαυτό του, καθόταν τροµοκρατηµένος και θρηνούσε και οδυρόταν. Τα δάκρυά του έτρεχαν ποτάµι κι έλεγε:
«Αλλοίµονο σε µένα τον άσωτο! Τι περιµένει την άθλια ψυχή µου! Αλλοίµονο µου του ελεεινού! Σε ποια κατάσταση άραγε θα βρεθώ εκεί εγώ ο αµαρτωλός; Τι θ’ απολογηθώ προς τον Κριτή; Τι λόγο θα δώσω για τις αµαρτίες µου; Και που θα κρύψω το πλήθος των ανοµιών µου; Αχ, ο βέβηλος και άθλιος!... Στεναγµό δεν έχω ούτε δάκρυα. Αλλά και µετάνοια δεν µου βρίσκεται. Ελεηµοσύνη καθόλου! Προσευχή τίποτα! Αγάπη µηδέν! Η ακακία κι η πραότητα στέκουν πολύ µακριά µου! Αλλοίµονο! Τι να κάνω ο ελεεινός και ρυπωµένος; Από που ν’ αρπαχθώ για να σωθεί η ψυχή µου τη βύθισα στον βούρκο. Τον νου µου τον σκότισα, τη ζωή µου την επιβάρυναµε κραιπάλη και µέθη. Αχ! Ο αµαρτωλός δεν ξέρω τι να κάνω! Τα µάτια µου βλέπουν τα αίσχη. Το πρόσωπο µου είναι καταντροπιασµένο. Τ’ αυτιά µου ηδύνονται σε δαιµονικά τραγούδια. Η όσφρησή µου ζητάει ευωδίες. Το στόµα µου ρέπει στην πολυφαγία. Αλλοίµονο µου του ταλαίπωρου! Τα χέρια µου τέρπονται στην αµαρτία. Το σώµα µου ποθεί να κυλισθεί στον βόρβορο της ανηθικότητας και κυνηγάει τα µαλακά κρεβάτια και την καλοφαγία…
Ωχ, ο παράνοµος και σκοτεινιασµένος και ρυπαρός! Που να πάω δεν ξέρω. Ποιος θα µε γλυτώσει απ’ το σκότος το εξώτερο του φρικτού ταρτάρου; Ποιος θα µ’ απαλλάξει από τον βρυγµό των οδόντων; Αλλοίµονο μου του σιχαµερού, του παράνοµου! Καλύτερα να µην είχα γεννηθεί!... Αχ, τι δόξα πρόκειται να στερηθώ ο µαύρος! Τι τιµή, τι στεφάνια, πόση χαρά, πόση φαιδρότητα θα χάσω, επειδή υποδουλώθηκα στην αµαρτία! Ταλαίπωρη ψυχή! Που είναι λοιπόν η κατάνυξή σου; Που είναι οι αγώνες σου; Που είναι οι αρετές σου; Αλλοίµονό σου βέβηλη και θλιβερή! Που θα είναι η θέση σου την ηµέρα εκείνη; Έπραξες κανένα καλό που ν’ αρέσει στον Θεό; Θα µπεις στο καµίνι. Πως όµως θ’ αντέξεις το ουαί και τον οδυρµό; Ω ρυπαρή ψυχή, που ποθούσες πάντα να κυλιέσαι στη σαπίλα, που αδιάκοπα υπηρετούσες το στοµάχι!...
Άνοµη και διεφθαρµένη, τι ντροπή θα δοκιµάσεις στο βλέµµα του Ιησού! Με ποια µάτια θ’ ατενίσεις το γλυκύτατό Του πρόσωπο; Πες µου, πες µου! Τα είδες εκείνα τα θαυµάσια, που ο Κύριος θα πραγµατοποιήσει κάποτε. Πες µου λοιπόν ψυχή, έχεις έργα αντάξια για κείνη τη δόξα; Πως θα εισέλθεις εκεί, αφού µίανες το Θείο Βάπτισµα; Αλλοίµονό σου τότε, µολυσµένη ψυχήµου! Σου µέλλει να κληρονοµήσεις το αιώνιο πυρ και που θα είναι τότε η αµαρτία και ο πατέρας της για να σε σώσουν;
Κύριέµου, Κύριε, σώσε µε από τη φωτιά, από τον βρυγµό των οδόντων κι από τον τάρταρο…»
Μ’ αυτά τα λόγια έλεγχε τον εαυτό του ο µακάριος προσευχόµενος. Τις κατοπινές µέρες τον έβλεπες να περπατάει σέρνοντας τα βήµατά του µε πικρούς στεναγµούς, θρήνους και δάκρυα. Αναλογιζόταν τα θαυµάσια που είδε κι έκανε ό,τι µπορούσε για να τα κατακτήσει. Συχνά – όταν στοχαζόταν πιο βαθιά και πιο καθαρά το όραµά του – γινόταν εκτός εαυτού. Φλεγόταν απ’ την παρουσία του Αγίου Πνεύµατος και αναφωνούσε:
«Ω τι χαρά, τι δόξα, τι λαµπρότητα περιµένει τους Αγίους στους ουρανούς! Πόσο φοβάµαι µήπως την στερηθώ!» Αναστέναζε βαθιά και πρόσθετε: «Κύριε, βοήθησε και σώσε τη σκοτισµένη ψυχή µου».



Δευτέρα 21 Φεβρουαρίου 2011

ΔΕΚΑΤΗ ΟΓΔΟΗ ΣΥΝΑΝΤΗΣΙΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΚΑΤΗΧΗΤΙΚΗΣ ΣΧΟΛΗΣ

Πραγματοποιήθηκε μέ τήν βοήθεια τοῦ Θεοῦ ἡ 18η Συνάντησις τῆς Ὀρθοδόξου Κατηχητικῆς Σχολῆς, τό ἑσπέρας τῆς Κυριακῆς τοῦ Ἀσώτου (7ης/20ής Φεβρουαρίου 2011). Ἡ συνάντησις πραγματοποιήθηκε στό νέο Ἐντευκτήριο - Αἴθουσα Συναντήσεων τῆς Σχολῆς, στό παρακείμενο τοῦ Ἱ. Ν. Παναγίας Σουμελᾶ καί τοῦ Ἱ. Ἡσυχαστηρίου Παναγίας Παραμυθίας ἀνακαινισμένο ἐκκλησιαστικό κτήριο, τό ὁποῖο μέ ἀπόφαση τοῦ Σεβ. Μητροπολίτου κ. Κηρύκου θά συσταγάσει τίς δραστηριότητες τῆς Σχολῆς καί τά Γραφεῖα τῆς Μητροπολιτικῆς Περιφερείας Ἀχαρνῶν.Τῆς Συναντήσεως προηγήθηκε ὁ Ἑσπερινός στό Παρεκκλήσιο τῆς Παναγίας Παραμυθίας, χοροστατοῦντος τοῦ Σεβ/του κ. Μηρύκου.

Τό θέμα πού ἀπασχόλησε τήν 18η Συνάντηση ἦταν ὁ Μέγας Φώτιος, τόν ὁποῖο παρουσίασαν ἀπό κοινοῦ ὁ Σεβ/τος κ. Κήρυκος καί ὁ Καθηγητής κ. Ἀντ. Μάρκου. Ὁ Σεβ/τος ἔκανε μία μεγάλη ἀναφορά στήν ἐκκλησιολογία τοῦ Ἁγίου καί μάλιστα στήν διδασκαλία του περί τῆς Ἁγίας Τριάδος ὡς πρώτης Ἐκκλησίας, θέση ἡ ὁποία ἀπασχόλησε τήν τελευταῖα δεκαετία καί τά παρ' ἡμῖν ἐκκλησιαστικά πράγματα καί δόθηκε ἀφορμή γιά τήν διατύπωση θεολογικοῦ λόγου καί ἀθεολογήτου ἀντιλόγου. Ἐπί τῶν τελευταίων ἔκανε οὐσιαστική ἐνημέρωση τῶν συμμετεχόντων ὁ Σεβ/τος κ. Κήρυκος, ὁ ὁποῖος καί χειρίσθηκε τό θέμα, ἀπό κοινοῦ μετά τοῦ Θεολόγου Καθηγητοῦ κ. Ἐλευθερίου Γκουτζίδη.

Ὁ κ. Ἀντ. Μάρκου παρουσίασε τόν μεγάλο τῆς Ἐκκλησίας Πατέρα ἀπό ἁγιολογικῆς πλευρᾶς (βίος, ὁμολογία, ἐκκλησιολογικοί ἀγώνες, ἀντιμετώπισις τοῦ Πάπα Νικολάου Α' καί τῶν δογματικῶν ἀποκλήσεων τῆς Δύσεως, Βουλγαρικό Ζήτημα, Ἱεραποστολή πρός τούς Σλάβους, σύγκλησις Ἁγίας Η' Οἰκουμενικῆς Συνόδου, διώξεις, θάνατος στήν ἐξορία, κείμενα). Στή συνέχεια δημοσιεύουμε τά βασικά σημεῖα τῆς εἰσηγήσεως τοῦ κ. Ἀντ. Μάρκου (τό κείμενο δημοσιεύεται σέ μονοτονικό σύστημα γιά λόγους τεχνικούς).

...Ο Μέγας Φώτιος έζησε κατά τους χρόνους που βασίλευσαν οι Αυτοκράτορες Μιχαήλ Γ’ (842 - 867), υιός του Θεοφίλου, Βασίλειος Α' ο Μακεδών (867 - 886) και ο Λέων ΣΤ' ο Σοφός (886 - 912), υιός του Βασιλείου. Γεννήθηκε το έτος 810 (κατά άλλους το 820) στην Κωνσταντινούπολη, από ευσεβή και επιφανή οικογένεια, που αγωνίσθηκε για την τιμή και προσκύνηση των Ιερών Εικόνων. Γονείς του ήταν ο Άγιος Σέργιος (η μνήμη του την 13η Μαϊου) και η Ειρήνη, οι οποίοι καταδιώχθηκαν επί του Εικονομάχου Αυτοκράτορα Θεοφίλου (829 - 842). Ο Άγιος Σέργιος ήταν αδελφός του Πατριάρχου Ταρασίου (784 – 806, Προέδρου της Αγίας Ζ’ Οικουμενικής Συνόδου) και διαπομπεύθηκε δέσμιος από το λαιμό ανά τις οδούς της Κωνσταντινουπόλεως, στερήθηκε την περιουσία του και εξορίσθηκε μετά της συζύγου του και των παιδιών του σε τόπο άνυδρο, όπου από τις ταλαιπωρίες πέθανε ως Ομολογητής.
Ο Μέγας Φώτιος θεωρείται μία από τις σημαντικότερες μορφές του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως μετά τον Ιωάννη τον Χρυσόστομο καί ένας από τους σημαντικότερους λόγιους του Mεσαιωνικού Eλληνισμού. Όπως έγραψε ο βιογράφος του αντιπάλου του Πατριάρχη Ιγνάτιου, «Γραμματικῆς μὲν γὰρ καὶ Ποιήσεως, Ρητορικῆς τε και Φιλοσοφίας καὶ δὴ καὶ ἰΙτρικῆς καὶ πάσης ὀλίγου δεῖν ἐπιστήμης, τῶν θύραθεν, τοσοῦτον αὐτῷ τὸ περιόν ὡς μὴ μόνον σχεδόν φάναι τῶν κατά τὴν αὐτοῦ γενεάν πάντων διενεγκεῖν, ἤδη δὲ καὶ πρὸς τοὺς παλαιοὺς αὐτὸν διαμιλλᾶσθαι» (Νικήτας ο Παφλαγών, Βίος Ιγνατίου).
Σε νεαρή ηλικία ο Φώτιος φαίνεται ότι είχε αρχίσει να διδάσκει Γραμματική, Ρητορική και Φιλοσοφία σε ένα κύκλο μαθητών. Στη συνέχεια ακολούθησε την συνήθη σταδιοδρομία ενός προικισμένου νέου στη Βυζαντινή Αυλή. Τοῦ ἀνατέθηκε από τον Αυτοκράτορα το αξίωμα του Πρωτασηκρήτη και του Πρωτοσπαθάριου, αξιώματα που τον αποσπούσαν από τον πνευματικό του κύκλο προς δυσαρέσκεια των μαθητών του και σε αβέβαιη ημερομηνία έλαβε μέρος σε διπλωματική αποστολή στη Βαγδάτη (μάλλον τό 837).
Ο Φώτιος διέπρεψε ἀρχικά στα ανώτατα πολιτικά αξιώματα. Όταν με εντολή του Αυτοκράτορα απομακρύνθηκε βιαίως από τον Πατριαρχικό Θρόνο ο Πατριάρχης Ιγνάτιος, ανήλθε σε αυτόν, το έτος 858, ο Ιερός Φώτιος, απ’ ευθείας από τήν τάξη των λαϊκών, ο οποίος διακρινόταν για την αγιότητα του βίου του και την τεράστια μόρφωσή του. Η χειροτονία του σε Επίσκοπο έγινε την ημέρα των Χριστουγέννων του έτους 858 υπό των Επισκόπων Συρακουσών Γρηγορίου του Ασβεστά, Γορτύνης Βασιλείου και Απαμείας Ευλαμπίου. Προηγουμένως βέβαια εκάρη μοναχός και ακολούθως έλαβε κατά τάξη τους βαθμούς της Ιερωσύνης.
Ο Ιερός Φώτιος με Ειρηνικά Γράμματα ανακοίνωσε, κατά τα καθιερωμένα, τα της εκλογής του στους Πατριάρχες της Ανατολής και τόνισε την αποκατάσταση της ειρήνης στην Εκκλησία της Κωνσταντινούπολης. Αλλά πριν ακόμα προλάβει να την παγιώσει επήλθε ρήξη μεταξύ των ακραίων πολιτικών και των οπαδών του Πατριάρχη Ιγνατίου, των «Ιγνατιανών». Οι «Ιγνατιανοί» συγκεντρώθηκαν στο ναό της Αγίας Ειρήνης, αφόρισαν τον Ιερό Φώτιο και ανακήρυξαν Πατριάρχη τον Ιγνάτιο. Ο Άγιος Φώτιος συγκάλεσε Σύνοδο στο Ναό των Αγίων Αποστόλων για την αντιμετώπιση του ανακύψαντος ζητήματος.
Η αντιπαλότητα του Φώτιου με τους Στουδίτες μοναχούς οδήγησε τους υποστηρικτές του Ιγνατίου στη Ρώμη, για να ζητήσουν τη βοήθεια του Πάπα Νικόλαου Α΄. Ο Νικόλαος αρνήθηκε να απαντήσει θετικά στις επιστολές που είχε λάβει από τον Αυτοκράτορα και τον ίδιο το Φώτιο και να επικυρώσει την εκλογή του, αν και οι απεσταλμένοι του στην Κωνσταντινούπολη είχαν συναινέσει στην εκλογή. Το 863 αναθεμάτισε και καθαίρεσε το Φώτιο, ο οποίος επίσης ανταπάντησε με αναθεματισμό. Ο Φώτιος επικαλέστηκε την προσθήκη του Filioque στη Λατινική εκδοχή του Συμβόλου της Πίστεως, για να κατηγορήσει τον Πάπα για αίρεση, στα αίτια όμως του σχίσματος πρέπει να προσθέσουμε και την αξίωση του Πάπα για το πρωτείο, καθώς επίσης και την επιδίωξη της Ρώμης να ελέγξει τα εκκλησιαστικά πράγματα της νεοσύστατης Βουλγαρικής Εκκλησίας.
Στην πρώτη φάση της Πατριαρχείας του Φώτιου συντελέστηκε και η αποστολή στη Μοραβία των αδελφών Κωνσταντίνου-Κυρίλλου και Μεθόδιου, καθώς και η βάπτιση του Βούλγαρου Βασιλιά Βόριδος, με ανάδοχο τον Αυτοκράτορα Μιχαήλ, συνεπώς και η ίδρυση της πρώτης Βουλγαρικής Εκκλησίας.
Ο μεγάλος αυτός Πατέρας της Εκκλησίας ιερούργησε, ως άλλος Απόστολος Παύλος, το Ευαγγέλιο. Αγωνίσθηκε για την αναζωπύρωση της ιεραποστολικής συνειδήσεως, που περιφρουρεί την πνευματική ανεξαρτησία και αυτονομία των Ορθοδόξων λαών από εισαγωγές εθίμων ξένων προς την ιδιοσυγκρασία τους, με σκοπό την αλλοίωση της ταυτότητος και της πνευματικής τους ζωής. Διότι γνώριζε ότι ο μέγιστος εχθρός ενός λαού είναι η απώλεια της αυτοσυνειδησίας του, η φθορά της πολιτισμικής του ιδιοπροσωπίας και η αλλοίωση του ήθους του. Ο Ιερός Φώτιος γνώριζε την ιεραποστολική δραστηριότητα του Ιερού Χρυσοστόμου, αφού αναφέρεται πολλές φορές στο έργο αυτό και μάλιστα επηρεάστηκε από αυτή στο θέμα της χρήσεως των επιτόπιων γλωσσών και των μοναχών ως ιεραποστόλων.
Ο Ιερός Φώτιος διεξήγαγε ακόμη μεγάλους και επιτυχείς αγώνες υπέρ της Ορθοδόξου Πίστεως, εναντίων των Μανιχαίων, των Εικονομάχων και άλλων αιρετικών και επανέφερε στους κόλπους της Καθολικής Ορθοδόξου του Χριστού Εκκλησίας πολλούς από αυτούς.
«Ἅπαντα μὲν τὰ ἀνθρώπινα συγκαταρρεῖ τῷ χρόνῳ καὶ ἀφανίζεται. Ἀρετὴ δέ.... καὶ χρόνου καὶ παθῶν καὶ αὐτοῦ τοῦ θανάτου περιγίνεται. Εἰ δὲ ἀκριβέστερον ἴδοις, τῷ χρόνῳ καὶ τῷ θανάτῳ μᾶλλον ἀναζὴ καὶ θάλλει καὶ τὸ οἰκεῖον κλέος καὶ τὴν εὐπρέπειαν, ἐναποσβεσθέντος αὐτοὶς τοῦ φθόνου, λαμπρότερον τὲ καὶ θαυμασιώτερον ἀναδείκνυται».
Ο λόγος αυτός, απόσταγμα της βαθιάς πίστεως και της κατά Θεόν σοφίας του Ισαποστόλου Φωτίου, Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως του Ομολογητού, «μυρίαις ἀρεταὶς ἐξανθήσαντος καὶ πάση γνώσει διαλάμψαντος», πληρέστατα εφαρμόζεται σε αυτόν τον ειπόντα, τον οποίο η αδιάφθορη συνείδηση της Εκκλησίας και του Γένους, ομολόγησαν αυτόν Άγιο και Ισαπόστολο «τοὶς οὐρανίοις ἀδύτοις ἀγκατοικιζόμενον», ως «ἀοίδιμον μὲν τοὶς διωγμοίς, δεδοξασμένον δὲ τοὶς θανάτοις».Το θεολογικό του έργο δικαίωνε τους αγώνες της Εκκλησίας, βεβαίωνε την Ορθόδοξη Πίστη και ενέπνεε την Εκκλησιαστική συνείδηση για την συνεχή εγρήγορση του όλου Εκκλησιαστικού Σώματος. Υπό την έννοια αυτή η Εκκλησιαστική συνείδηση διέκρινε στο πρόσωπό του τον υπέρμαχο της Ορθοδόξου Πίστεως και τον εκφραστή του αυθεντικού φρονήματος της Εκκλησίας. Σε οιονδήποτε στάδιο του βίου και αν παρακολουθήσουμε τον Ιερό Φώτιο, είτε στη Βιβλιοθήκη), (επιδιδόμενο σε μελέτες), είτε ως Καθηγητή της Φιλοσοφίας στο πρώτο Πανεπιστήμιο της Μεσαιωνικής Ευρώπης (εκείνο της Μαγναύρας, σε μια εποχή που η Δύση ήταν ακόμη βυθισμένη στο τέλμα των σκοτεινών αιώνων), είτε υπουργούντα σε αξιώματα μεγάλα και περιφανή της Πολιτείας, είτε κοσμούντα τον αγιώτατο Πατριαρχικό θρόνο της Κωνσταντινουπολίτιδος Εκκλησίας, είτε εξασκούμενο στην ελεημοσύνη και τη φιλανθρωπία, είτε υφιστάμενο την παραγνώριση των ανθρώπων και τις σκληρές στερήσεις δύο εξοριών, παντού αναγνωρίζουμε τον μαχόμενο υπέρ της αληθούς Ορθοδόξου Πίστεως, της «Αποστολικῆς τὲ καὶ Πατερικῆς παραδόσεως» και «τῆς προγονικῆς εὐσεβείας», η οποία αποτελεί και το περιεχόμενο της Πατερικής διδασκαλίας αυτού. Γι' αυτό και ο Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης Βασίλειος, καταθέτοντας την συνείδηση της Εκκλησίας περί της πρώϊμης αγιοποιήσεως του μεγάλου Ιεράρχου, γράφει:
«Φώτιος γὰρ ἣν ὁ μακάριος, ὁ φωτὸς ἀκτίσι φερωνύμος τοῦ ὀνόματος, πλήθει διδασκαλιῶν καταλάμψας τὰ πέρατα, ὁ ἐξ αὐτῶν σπαργάνων ἀφιερωθεῖς τῷ Χριστῷ, ὡς ὑπὲρ τῆς αὐτοῦ εἰκόνος δημεύσει καὶ ἐξορία, τούτοις δὴ τοὶς ἀθλητικοὶς ἐκ προοιμίου ἀγώσι συγκοινωνήσας τῷ γεννήτορι, οὐ καὶ ἡ ζωὴ θαυμαστὴ καὶ τὸ τέλος ἐπέραστον, ὑπὸ Θεοῦ τοὶς θαύμασι μαρτυρουμένη».
Η ζωντανή Ορθόδοξη πίστη, κατά τον Ιερό Πατέρα, η Πίστη της Αληθείας, είναι η αρχή της Χριστιανικής μας υποστάσεως και επιβάλλει την συνεχή προσπάθεια για το «ἀνακεφαλαιώσασθαι τὰ πάντα ἐν Χριστῷ, τὰ ἐπὶ τοὶς οὐρανοὶς καὶ τὰ ἐπὶ τῆς γῆς», για την πραγμάτωση της «καινῆς κτίσεως», που επιτυγχάνεται με τη δυναμική γεφύρωση, σύνδεση και αλληλοπεριχώρηση του θείου και ανθρώπινου στοιχείου. Ο Χριστός ενώνει στο πρόσωπό Του τη θεία με την ανθρώπινη φύση. Αυτό σημαίνει ότι η θεότητα και η ανθρωπότητα έχουν εν Χριστώ ένα κοινό τρόπο υπάρξεως και αυτός ο τρόπος είναι η ενότητα, η αλληλοπεριχώρηση των προσώπων, η κοινωνία της αγάπης. Η ένωση της θείας με την ανθρώπινη φύση στο πρόσωπο του Χριστού δεν είναι μία αφηρημένη αρχή. Φανερώνεται σε εμάς, όπως φανερώνεται πάντοτε η φύση: Μόνο ως τρόπος υπάρξεως, δηλαδή ως δυνατότητα ζωής. Είναι η δυνατότητα να ζήσουμε, να πληρωθεί η απύθμενη δίψα για ζωή που βασανίζει την ύπαρξή μας, να ζήσουμε όλες τις δυνατότητες της ζωής νικώντας την αναπηρία και τον θάνατο της τεμαχισμένης υπάρξεως. Αρκεί να αποδεχθεί ο άνθρωπος την αμαρτία και αποτυχία του και να ζήσει την κένωση του Χριστού, τη ζωή του Θεού. Η αληθινή Χριστιανική ζωή είναι η γέφυρα που συνδέει τον ουρανό με την γη, η συνεχής πηδαλιούχηση του πορθμείου εκείνου, το οποίο, όπως λέγει ο Ιερός Φώτιος, έρχεται από τον ουρανό και «διαπορθμεύει ἠμὶν τὴν ἐκεῖθεν ἀγαθοειδὴ καὶ θείαν εὐμένειαν» και Χάρη. Αυτό ακριβώς είναι το αληθινό ήθος της Ορθοδοξίας: Η αναγέννηση, ένωση, μετοχή και κοινωνία με τον Χριστό διά του Αγίου Πνεύματος.
Το Ορθόδοξο, λοιπόν, ήθος, που είναι η κοινωνία του προσώπου με τον Θεό Πατέρα εν Χριστώ, διά του Αγίου Πνεύματος και ο αγιασμός του όλου ανθρώπου στην οδό της θεώσεως, αρχίζει να υπάρχει μόνο όταν έχουμε ως προϋπόθεση την Ορθή Πίστη, την Ορθοδοξία. Γι' αυτό ουδέποτε ο Άγιος ανέχθηκε οποιαδήποτε παρασιώπηση ή παραφθορά της αλήθειας.
Γράφει χαρακτηριστικά ο Ιερός Φώτιος προς τον Πάπα Νικόλαο: «Τὰ οἰκουμενικαὶς καὶ κοιναὶς τυπωθέντα ψήφοις πάσι προσήκει φυλάττεσθαι». Διότι, διά της επιμελούς φυλάξεως της διδασκαλίας των Οικουμενικών Συνόδων, «πᾶσα καινοτομία καὶ αἵρεσις ἀπελαύνεται, τὸ δὲ τῆς Ὀρθοδοξίας ἀκήρατον καὶ ἀρχαιοπαράδοτον φρόνημα ταὶς εὐσεβούντων ψυχαὶς εἰς ἀδίστακτον σεβασμιότητα καθιδρύνεται». Έτσι η μία γενεά, μετά φόβου Θεού, παραδίδει στην επερχόμενη τα της Πίστεως πολύτιμα κεφάλαια που έλαβε, με πλήρη συναίσθηση ότι και η επερχόμενη θα διατηρήσει αλώβητη την Πίστη. Σε μία ομιλία του ο Άγιος εξαίρει τη σπουδαιότητα της συνεχιζόμενης ανελλειπώς διαδοχής:
«Πρὸ τῆς ἑβδόμης Συνόδου, ἔσχε πρὸ ταύτης ἡ Πρώτη πολλῶν ἐν μέρει τᾶς πράξεις μιμήσασθαι. Ἡ Δευτέρα τὴν Πρώτην ὑπογραμμὸν καὶ τύπον ἐδέξατο, τῆς δὲ Τρίτης αὐτὴ μετὰ τὴν πρώτην ὑπῆρξε παράδειγμα, ναὶ δὴ καὶ Τετάρτην ταυταὶς ἐπλούτει μιμήσασθαι καὶ ταὶς ἐφεξῆς ὑπῆρχον αἳ προλαβούσαι διδάσκαλοι». Η απαρίθμηση εδώ των Συνόδων δεν είναι συμπτωματική. Για τον Άγιο, τον της απλανούς γνώσεως κανόνα, το παρελθόν, η παράδοση, τα γενόμενα στο άγιο Σώμα της Εκκλησίας του Χριστού, δεν αποτελούν απλά ιστορικά γεγονότα. Μάλλον αποτελούν υπόδειγμα, τύπο για το μέλλον του Κυριακού Σώματος. Γι' αυτό και δεν επιμένει μόνο στην ιστορική παράδοση ή μετάδοση, ούτε μόνο για τον κληρονομικό χαρακτήρα της διδασκαλίας, αλλά προ παντός για την πληρότητα της αλήθειας, για την ταυτότητα και την συνέχεια της καθολικής εμπειρίας της Εκκλησίας, για την ζωή της μέσα στη χάρη, για το παρόν μέσα στο οποίο κατοικεί ήδη το μέλλον, για το Μυστήριο της Πίστεως.
Η Ενότητα, η Αγιότητα και η Καθολικότητα της Εκκλησίας συμπληρώνονται και καταξιώνονται με την Αποστολικότητά της. Στην Αρχιερατική Προσευχή του Ιησού ο Αγιασμός και η Καθολική Ενότητα της Εκκλησίας συνδέονται άμεσα με την Αποστολικότητα: «Ἶνα ὁ κόσμος πιστεύση, ὅτι Σὺ μὲ ἀπέστειλας». Έτσι η Αποστολικότητα γίνεται οντολογικό γνώρισμα της Εκκλησίας, που εκφράζει και τα άλλα γνωρίσματά Της. Η Εκκλησία είναι Αποστολική, γιατί συνεχίζει την αποστολή του Χριστού και των Αποστόλων Του μέσα στον κόσμο. Ο ιστορικός σύνδεσμός της με τους Αποστόλους και η βεβαίωση του συνδέσμου αυτού με την αναγωγή των κατά τόπους Εκκλησιών και των Επισκόπων στους Αγίους Αποστόλους, αποτελούν τα εξωτερικά τεκμήρια της Αποστολικής Ιδιότητας και Διαδοχής. Το ηθικό δε αίτημα της Αποστολικότητας της Εκκλησίας είναι η υποχρέωση για πιστότητα στην Αποστολική Παράδοσή Της, η οποία εξασφαλίζει την ταυτότητα και ενότητα του ζώντος Σώματος. «Τοῦτο γὰρ τῶν Ἀποστόλων τὸ κήρυγμα, τοῦτο τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων τὸ φρόνημα».
Αγωνιζόμενος ο Άγιος Φώτιος υπέρ «τῆς Πίστεως ημῶν τῶν Χριστιανῶν...., τῆς ἀχράντου καὶ εἰλικρινοῦς λατρείας καὶ τῶν περὶ αὐτὴν Μυστηρίων», στην Εγκύκλιο Επιστολή του του 867 μ.Χ., που απευθυνόταν προς τους κατά Ανατολάς Επισκόπους και Πατριάρχες, στρέφεται στην καταπολέμηση της αιρέσεως, «κατὰ πάσης αἱρέσεως», που απειλεί την ενότητα και την ακεραιότητα της Ορθοδοξίας και συγχρόνως καλεί όλους να είναι άγρυπνοι εναντίων κάθε δυσέβειας. Ο Μέγας Φώτιος, γνωρίζοντας ότι κάθε εκτροπή από την αληθή Πίστη έχει ως συνέπεια την έκπτωση από την πνευματικότητα, κατακρίνει «τὸ τῆς γνώμης ἠρρωστηκὸς καὶ ἀστήρικτον» και καταδικάζει, ως «ἁμαρτίαν πρὸς θάνατον», κάθε εκτροπή από την Ορθοδοξία και την «τῶν παραδοθέντων ἀθέτησιν» ή «καταφρόνησιν» από εκείνους που «κατὰ τῶν ἰδίων ποιμένων ὑπερήφανον ἀναλαμβάνουν φρόνημα, ἐκεῖθεν δὲ κατὰ τοῦ κοινοῦ Ποιμένος καὶ Δεσπότου παρατείνουν τὴν ἀπόνοιαν». Επί της βάσεως αυτής αντέκρουσε όχι μόνο τους Εικονομάχους, αλλά και τις Παπικές αξιώσεις και το Γερμανο-Φραγκικό δόγμα του filioque, το οποίο διασαλεύει την κοινωνία των Αγιοπνευματικών προϋποθέσεων και ενεργειών και δεν έχει θέση μέσα στην κοινωνία του Σώματος της Εκκλησίας και της κοινότητος των αδελφών. Γι' αυτό και η Σύνοδος, η οποία συνήλθε τον Ιούλιο ή Αύγουστο του 867 στην Κωνσταντινούπολη, καθαίρεσε τον Πάπα Νικόλαο για τις αντικανονικές του ενέργειες, ενώ αποδοκίμασε τη διδασκαλία του filioque και τα Ρωμαϊκά έθιμα. Μάλιστα η Εγκύκλιος Επιστολή του Ιερού Φωτίου για τα θέματα αυτά, μετά τη Συνοδική κατοχύρωση του περιεχομένου της, κατέστη ένα σταθερό πλέον κριτήριο για την αξιολόγηση των σχέσεων Ανατολής και Δύσεως.
Ο προστάτης του Φώτιου Καίσαρας Βάρδας δολοφονήθηκε το 866, όπως και ο Αυτοκράτορας Μιχαήλ το 867, από το στενό συνεργάτη του Βασίλειο, ο οποίος ανέβηκε στο Θρόνο Ως Βασίλειος Α' και υπήρξε ο ιδρυτής της Μακεδονικής Δυναστείας. Ο Φώτιος καθαιρέθηκε από το Θρόνο και εξορίστηκε, όχι τόσο ως προστατευόμενος του προηγούμενου Αυτοκράτορα, αλλά κυρίως επειδή ο Βασίλειος αναζητούσε τη συμμαχία του Πάπα και του Αυτοκράτορα της Δύσεως. Ο Ιγνάτιος επανήλθε στον Πατριαρχικό Θρόνο στις 23 Νοεμβρίου 867, αλλά οι σχέσεις του με τον εξόριστο Φώτιο φαίνεται, ότι βελτιώθηκαν και έτσι γύρω στο 876 ο Φώτιος ανακλήθηκε από την εξορία και του ανατέθηκε η εκπαίδευση των παιδιών του Αυτοκράτορα. Μετά το θάνατο του Ιγνάτιου (τον Οκτώβριο του 877), ο Φώτιος επανήλθε στον Πατριαρχικό Θρόνο.
Αυτή τη φορά ο Φώτιος απέκτησε την τυπική αποδοχή και της Δύσης. Στη Σύνοδο που συγκλήθηκε τον Νοέμβριο του 879 στην Κωνσταντινούπολη και επικύρωσε την τοποθέτησή του, συμμετείχαν και οι λεγάτοι του Πάπα Ιωάννη Η΄. Οι δογματικές διαφωνίες δεν αντιμετωπίστηκαν, απλώς μπήκαν στο περιθώριο και η Βουλγαρική Εκκλησία ήδη από το 870, επί Ιγνατίου, είχε αναγνωριστεί ως αυτοκέφαλη. Η αναγνώριση αυτή ήταν αρκετή για να ικανοποιήσει την πολιτική επιδίωξη του Βούλγαρου Βασιλέως Βόριδος - Μιχαήλ και έτσι η Βουλγαρία απομακρύνθηκε από την Λατινική σφαίρα επιρροής.
Όταν ο Βασίλειος Α' πέθανε το 886, τον διαδέχτηκε ο γιος του Λέων ΣΤ', παρά την αντίθετη επιθυμία του πατέρα του. Ένα από τα μέτρα του νέου Αυτοκράτορα για να εδραιωθεί πολιτικά περιστοιχιζόμενος από πρόσωπα της εμπιστοσύνης του, ήταν και η εκ νέου απομάκρυνση του δασκάλου του Φώτιου από τον Πατριαρχικό Θρόνο. Στη θέση του τοποθετήθηκε ο ανήλικος αδελφός του Αυτοκράτορα Στέφανος (ηλικίας μόλις 19 ετών!). Ο Φώτιος εξορίστηκε, πιθανόν σε μονή της Αρμενίας. Κοιμήθηκε οσίως το έτος 891, όντας εξόριστος στη Μονή των Αρμενιανών, όπως άλλοτε ο Θείος και Ιερός Χρυσόστομος στα Κόμανα του Πόντου. Το ιερό και πάντιμο σκήνωμα του Αγίου και Μεγάλου Φωτίου εναποτέθηκε στην λεγόμενη Μονή της Ερημίας (ή Ηρεμίας), που ήταν κοντά στη Χαλκηδόνα. Παλιότερα η Σύναξή του ετελείτο στο Προφητείο, δηλαδή στο Ναό του Τιμίου Προδρόμου και Βαπτιστού Ιωάννου, που βρισκόταν στη μονή της Ερημίας, ενώ τώρα τελείται στην Ιερά Πατριαρχική Μονή της Αγίας Τριάδος στη νήσο Χάλκη, όπου ιδρύθηκε και η Θεολογική Σχολή της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας...
Το συγγραφικό έργο του Μεγάλου Φωτίου είναι εξαιρετικά μεγάλο. Στά φιλολογικά του συγγράμματα περιλαμβάνεται η «Μυριόβιβλος» ή «Βιβλιοθήκη», η οποία περιέχει κρίσεις για 280 συγγραφείς της εκκλησιαστικής και της θύραθεν παιδείας και αποσπάσματα από έργα τους. Η «Βιβλιοθήκη» είναι αφιερωμένη στον αδελφό του Φώτιου Ταράσιο, με σκοπό να μεταδώσει στον αδελφό του τις γνώσεις του από τα βιβλία που κατά καιρούς είχε διαβάσει, ώστε αυτός να παρηγορηθεί για την απουσία του Φώτιου στη Βαγδάτη. Ωστόσο η συστηματικότητα του έργου προδίδει μακρόχρονη εργασία και κράτηση σημειώσεων από βιβλία που ο Φώτιος είτε είχε στην κατοχή του, είτε είχε πιθανόν δανειστεί. Το έργο πολλών από αυτούς τους συγγραφείς δεν σώθηκε μέχρι τις μέρες μας και έτσι μόνο χάρη στο έργο του Μεγάλου Φωτίου έχουμε αποσπάσματα από τους Κτησία, Κόνωνα, Μέμνονα και τα χαμένα βιβλία του Διόδωρου.
Στά φιλολογικά επίσης έργα του περιλαμβάνεται καί η «Λέξεων Συναγωγή», έργο πολύτιμο γιατί ο Μέγα Φώτιος είχε υπόψη του λεξικά που κατόπιν χάθηκαν. Το λεξικό αυτό είχε υπόψη του και ο συγγραφέας του Μεγάλου Ετυμολογικού, καθώ και ο Σουίδας.
Στά θεολογικά έργα του Ιερού Πατρό περιλαμβάνονται: Τα «Αμφιλόχια», τα οποία απευθύνονται στον Μητροπολίτη Κυζίκου Αμφιλόχιο, ο περίφημο «Νομοκάνων», δηλαδή η συλλογή των Αποστολικών και Συνοδικών Κανόνων, τό «Κατά Μανιχαίων», τό «Περί της του Αγίου Πνεύματος μυσταγωγίας», κ.ά. αξιόλογα έργα. Κατέλειπε επίση ο Άγιος καί 263 επιστολές.
Ἀπολυτίκιον
Ἦχος πλ. α’. Τὸν συνάναρχον Λόγον
Τῆς σοφίας ἐκφάντωρ λαμπρὸς γενόμενος, Ὀρθοδοξίας ἐδείχθης θεοπαγῆς προμαχών, τῶν Πατέρων καλλονὴ, Φώτιε Μέγιστε, οὐ γὰρ αἱρέσεων δεινῶν, στηλιτεύεις τὴν ὀφρύν, Ἐώας τὸ θεῖον σέλας, τῆς Ἐκκλησίας λαμπρότης, ἣν διατηρεῖ Πάτερ ἄσειστον.

Ἕτερον Ἀπολυτίκιον
Ὡς τῶν Ἀποστόλων ὁμότροπος καὶ τῆς οἰκουμένης διδάσκαλος, τῷ Δεσπότῃ τῶν ὅλων ἱκέτευε, Φώτιε, εἰρήνην τῇ οἰκουμένῃ δωρίσασθαι καὶ ταῖς ψυχαῖς ἡμῶν τὸ μέγα ἔλεος.




ΝΕΟΣ ΧΩΡΟΣ ΣΥΝΑΝΤΗΣΕΩΝ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΚΑΤΗΧΗΤΙΚΗΣ ΣΧΟΛΗΣ

Ἀπό τῆς Κυριακῆς τοῦ Ἀσώτου (7ης/20ης Φεβρουαρίου 2011), ἡ Ὀρθόδοξος Κατηχητική Σχολή τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Μεσογαίας καί Λαυρεωτικῆς, διαθέτει τόν δικό της χωρο, στόν ὁποῖο θά στεγάζονται στό ἐξῆς οἱ δραστηριότητές της. Μέ ἀπόφαση τοῦ Σεβ. Μητροπολίτου κ. ΚΗΡΥΚΟΥ, διατέθηκε στήν Σχολή τό παρακείμενο τοῦ Ἱ. Ν. Παναγίας Σουμελᾶ καί τοῦ Ἱ. Ἡσυχαστηρίου Παναγίας Παραμυθίας ἀνακαινισμένο ἐκκλησιαστικό κτήριο, στό ὁποῖο πρόκειται νά στεγασθοῦν ἐπίσης καί τά Γραφεῖα τῆς Μητροπολιτικῆς Περιφερείας Ἀχαρνῶν. Ὁ νέος χωρος θά φιλοξενήσει τό Ἐντευκτήριο - Αἴθουσα Συναντήσεων τῆς Σχολῆς (δυναμικότητος 50 - 60 καθισμάτων), τό γραφεῖο της, τήν βιβλιοθήκη καί τίς λοιπές δραστηριότητές της (ἤδη ἀποφασίσθηκε ἡ δημιουργία Τραπέζης Τροφίμων, γιά τήν συμπαράσταση τῶν δεομένων βοηθείας ἀδελφῶν μας). Ὅσο ἀφορᾶ τίς λατρευτικές της ἐκδηλώσεις, αὐτές θά τελοῦνται στό Παρεκκλήσιο τοῦ παρακειμένου Ἡσυχαστηρίου Παναγίας Παραμυθίας.

Κυριακή 13 Φεβρουαρίου 2011

ΔΕΚΑΤΗ ΕΔΒΟΜΗ ΣΥΝΑΝΤΗΣΙΣ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΚΑΤΗΧΗΤΙΚΗΣ ΣΧΟΛΗΣ

Τό ἑσπέρας τῆς Κυριακῆς 31ης Ἰανουαρίου/13ης Φεβρουαρίου τ.ἔ. 2011, πραγματοποιήθηκε ἡ 17η Συνάντησις τῆς Ὀρθοδόξου Κατηχητικῆς Σχολῆς, στό φιλόξενο Ἡσυχαστήριο Παναγίας Παραμυθίας Ἀχαρνῶν. Προηγήθηκε ὁ Ἑσπερινός χοροστατοῦντος τοῦ Σεβ. Μητροπ. Μεσογαίας κ. Κηρύκου καί στήν συνέχεια ὁ Καθηγητής Ἀντ. Μάρκου ἀνέπτυξε τό θέμα "Οἱ Τρεῖς Ἱεράρχαι περί Παιδείας", ἐπί τῆ βάσει ὁμιλίας τοῦ Θεολόγου κ. Παν. Τσαγκάρη, Προέδρου τῆς Ἑνώσεως Θεολόγων ν. Λέσβου, κατά τήν διάρκεια ἐκδηλώσεως πού πραγματοποιήθηκε στό Δημοτικό Θέατρο Μυτιλήνης τήν 30ή Ἰανουαρίου τ. ἔ. 2011 (ν.ἡμ.), ἀπό τήν Περιφερειακή Διεύθυνση Παιδείας Βορείου Αἰγαίου. Τό κείμενο τῆς ὁμιλίας τοῦ κ. Τσαγκάρη δημοσιεύεται στή συνέχεια (τό κείμενο καταχωρεῖται σέ μονοτονικό σύστημα γιά λόγους τεχνικούς).



ΤΟ ΔΙΑΧΡΟΝΙΚΑ ΖΩΗΦΟΡΟ ΜΗΝΥΜΑ ΤΩΝ ΤΡΙΩΝ ΜΕΓΑΛΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ



«Η παιδεία μετάληψις αγιότητος εστί». (Εις Εβρ., ομιλ. ΚΘ΄, 3, ΕΠΕ 25, 282 MG 63, 205. Βλ. Βασιλείου Δ. Χαρώνη, «Παιδαγωγική Ανθρωπολογία Ιω. Χρυσοστόμου», ό.π. σ. 600). Αυτή είναι και η πρόταση παιδείας (με την ευρύτερη έννοια της λέξης και όχι μόνο της εκπαίδευσης) των Τριών Ιεραρχών, καθώς οι ίδιοι δεν ήταν εκπαιδευτικοί, αλλά παιδαγωγοί εις Χριστόν.

«Τρισήλιον Φως τρεις άνηψεν ηλίους» (Ακροστιχίδα κανόνα σε ήχο β΄ που συνέθεσε προς τιμήν των Αγίων, ο Ιωάννης Μαυρόπους Μητροπολίτης Ευχαϊτων. Βλ. ΘΗΕ λήμμα «Τρείς Ιεράρχαι», σελ. 841.), ήλιους Ορθόδοξης θεολογίας, Χριστιανικής φιλοσοφίας, οικουμενικής παιδαγωγίας, θυσιαστικής διακονίας, οιακόστροφης ποιμαντορίας, ανεπανάληπτης συγγραφικής και ποιητικής μεγαλουργίας, «Βασίλειον τον Μέγαν και τον Θεολόγον Γρηγόριον συν τω κλεινώ Ιωάννη τω την γλώτταν χρυσορρήμονι» (από το Απολυτίκιο των Τριών Ιεραρχών).
Τα παραπάνω υπερθετικά κατηγορήματα που ευλαβικά αποδώσαμε στους Τρείς Πατέρες της Εκκλησίας είναι αλήθεια, ας το ομολογήσουμε, ότι θα μπορούσαν να θεωρηθούν ως πομπώδη, μεγαλόσχημα και συντεχνιακά, ενώ είναι βέβαιο ότι θα αξιολογηθούν ως ασήμαντα από πολλούς Νεοέλληνες τους οποίους ακόμη και η εορτή των Τριών Ιεραρχών τους αφήνει ασυγκίνητους και κάποιους μάλιστα τους ενοχλεί. Γιατί; Διότι «δεν μας συγκινούν πια ούτε η σοφία, ούτε η αγιοσύνη, διότι δεν εκτιμούμε πια ούτε τους Έλληνες προγόνους μας, ούτε τους Πατέρες της Εκκλησίας. Άλλες αντιλήψεις, άλλα πιστεύματα, άλλα ιδανικά τώρα βρήκαν θέση μέσα μας» (Διονυσίου Ψαριανού, Μητροπολίτου Σερβίων και Κοζάνης, «Στους Τρεις Ιεράρχες». Βλ. Κωνσταντίνου Χολέβα (2008), «Ελληνορθόδοξη Πορεία - Ανθολόγιο Κειμένων», Δομή, Αθήνα, σ. 59).
Τα δυτικά ξυλοκέρατα των διαφόρων αθεϊστικών φιλοσοφικών ρευμάτων, ως πολιτιστικά υποπροϊόντα της Εσπερίας, εισήχθησαν από τα τέλη του 19ου αιώνα και στην καθ' ημάς εγχώρια πραγματικότητα προλειαίνοντας το έδαφος για τη συσσωμάτωση μας στην νέα παγκοσμιοποιημένη κοινωνία.
Στην πορεία αυτή της μεταμοντέρνας κοινωνίας μας, προς το «οικουμενικό χωριό», δεν αναγνωρίζουμε πλέον λόγο ύπαρξης στην αντικειμενική και απόλυτη Αλήθεια, αλλά θεοποιούμε την υποκειμενικότητα και σχετικοποιούμε ακόμη και την πραγματικότητα. Και ως εκ τούτου αμφισβητούμε τα παλαιά, αποδομούμε τα δοκιμασμένα και θεοποιούμε τα νέα.
Το ερώτημα που διαρκώς μας τριβελίζει το μυαλό, είναι πως θα πάμε μπροστά, πως θα προοδεύσουμε, σκεπτόμενοι όμως πάντα ωφελιμιστικά και χρησιμοθηρικά. Η νοοτροπία αυτή διαποτίζει όλο το είναι της ζωής μας. Αγγίζει ακόμη την Παιδεία και γιατί όχι και την Εκκλησία.
Επενδύουμε έτσι, σε μια τεχνοκρατική και χρησιμοθηρική εκπαίδευση, η οποία αποθεώνει την ποσοτική πληροφόρηση και την εργαλειακή γνώση ως μοχλούς προσωπικής και κοινωνικής ανάπτυξης, αδιαφορεί όμως επικίνδυνα για την κριτική σκέψη, την πνευματική καλλιέργεια, την αλήθεια.
Από την άλλη, οι μετέχοντες του εκκλησιαστικού γεγονότος, με το να παρασυρόμαστε συχνά σε μια ακατάσχετη και ψευδώνυμη αγαπολογία, υποβαθμίζουμε την Αλήθεια και την Πίστη. Έτσι επέρχεται η λήθη της Αλήθειας και με αυτή τη νοοτροπία, δεν είναι καθόλου παράδοξο το γεγονός της λησμοσύνης του μεγέθους της προσφοράς των Τριών Ιεραρχών και της τιμής που οφείλουμε σ' εκείνους. Επίσης, είναι αξιοπρόσεκτο και το επισημαίνουμε, ότι στην συντριπτική πλειοψηφία των λόγων που εκφωνούνται προς τιμή τους, ενώ υπάρχει πληθώρα αναφορών στο παιδαγωγικό και κοινωνικό μήνυμα τους, απουσιάζει το όνομα Εκείνου που είναι το αίτιο της ύπαρξης τους. Εκείνου που κατά την πίστη τη Χριστιανική είναι η όντως Αλήθεια.

«Έστι δε η αυτοαλήθεια ο Θεός ημών» θα πει ο Μέγας Βασίλειος (Βασιλείου του Μεγάλου, Επιστ. 233, Αμφιλοχίω Επισκόπω ερωτήσαντι, 2, ΕΠΕ 1, 148 - ΒΕΠ 55, 282 - MG 32, 865, 868, Βλ. Βασιλείου Χαρώνη (2002), «Παιδαγωγική Ανθρωπολογία Μεγάλου Βασιλείου», τόμος Α΄, Το Βυζάντιον, Αθήνα 2002, σ. 324). Απουσιάζει το υπέρ παν όνομα, το όνομα του σαρκωμένου Λόγου του Θεού, του Χριστού.
Γιατί; Μήπως άραγε, επειδή, στον κοσμοπολίτικο κόσμο μας του life style, της ψηφιακής εικόνας, της virtual reality πραγματικότητας, της μοριακής βιολογίας, της νανοτεχνολογίας, το όνομα του Χριστού θεωρείται δεδομένο ή μήπως στερεότυπο, παράταιρο ή και απαγορευμένο;
Στο δημόσιο διάλογο που τον τελευταίο καιρό διεξάγεται για την απομάκρυνση των θρησκευτικών (βλέπε Χριστιανικών) συμβόλων από τους δημόσιους χώρους, η ειρωνική έκφραση «κυκλοφορεί στα σχολεία επικίνδυνος τις ονόματι Χριστός» (Μάκη Δεληπέτρου, «Επικίνδυνος τις, ονόματι Ιησούς, κυκλοφορεί στα σχολεία!» Βλ. Εφημερίδα «Απογευματινή», 5-11-09. Επίσης βλ. http://www.zoiforos. gr/index.php?option=com_content&task=view&id=2198&Itemid= 172), που ειπώθηκε για να καταδείξει το παράλογο του ζητήματος, μας προβληματίζει.
Επιτρέψετέ μου λοιπόν σήμερα ταπεινά να θυμίσω στην αγάπη σας, ότι ο Θεολόγος Γρηγόριος έλεγε χαρακτηριστικά, «Μνημονευτέον Θεού μάλλον ή αναπνευστέον - Συχνότερα να θυμάσαι το Θεό, παρά να αναπνέεις». (Γρηγορίου του Θεολόγου Λόγοι, Θεολογικός πρώτος - Προς Ευνομιανοὺς προδιάλεξις. Βλ. http://www.imka.gr/book /theologikos-protos-pros-eunomianous-prodialexis). Το όνομα του Ιησού Χριστού βρισκόταν ανελλιπώς στα χείλη των Τριών Αγίων. Κι ακόμη περισσότερο, βιώνοντας ο μεγάλος Άγιος της Καισαρείας, «το ζην ημίν Χριστός» (Φιλιπ. 1, 21) τονίζει, ότι κατά συνέπεια οφείλουμε «και ο λόγος μας να αναφέρεται στο Χριστό, και η σκέψη μας και κάθε πράξη μας να εξαρτώνται από τις εντολές Του και η ψυχή μας να μορφωθεί σύμφωνα με την προσωπικότητα του Χριστού» (Βασιλείου του Μεγάλου, Επιστ. 159, Ευπατερίω και τη θυγατρί αυτού, 1, ΕΠΕ 3, 506 - ΒΕΠ 55, 182 - MG 32, 620, Βλ. Βασιλείου Χαρώνη(2002), «Παιδαγωγική Ανθρωπολογία Μεγάλου Βασιλείου», τόμος Γ΄, Το Βυζάντιον, Αθήνα 2002, σ. 615).
Αυτό ήταν το πνεύμα των Τριών Πατέρων οι οποίοι δεν φιλοσοφούσαν, αλλά θεολογούσαν. Οι οποίοι επίστευαν, εβίωναν, ελάτρευαν, εκήρυτταν εσταυρωμένο και αναστημένο Χριστό. Και οι οποίοι ως Χριστοφόροι και Χριστοκήρυκες αναμόρφωσαν την Οικουμένη. Ακράδαντη πίστη τους ήταν πως δεν σώζει, ούτε λυτρώνει, ο επικριτικός, τυπολατρικός, φαρισαϊκός, πολιτικός, τεχνοκρατικός και φιλοσοφικός λόγος, αλλά ο Υιός και Λόγος του Θεού. Οι διάφοροι λόγοι τρέφουν και τέρπουν τον εγωισμό, την ιδέα της παντοκρατορίας του ανθρώπου, καλλιεργούν το σφετερισμό ιδιωμάτων ετέρου και υποδαυλίζουν την ελκυστική ιδέα της αντιποίησης αρχής, δηλαδή της όντως αρχής της Ζωής, της Αλήθειας και του Φωτός, του Χριστού. Ο Γρηγόριος ο Νανζιανζηνός λέει χαρακτηριστικά: «Την ανθρώπινη σοφία, τους ανθρώπινους λόγους τους εγκατέλειψα, γιατί ακολούθησα το λόγο του μεγάλου Θεού, που υπερκαλύπτει κάθε ευμετάβλητο, πολύπλοκο λόγο του ανθρώπινου νου» Το μυστικό τους», Περιοδικό «Προς την Νίκην», τεύχος 719, σ. 8). Σήμερα ζούμε στην εποχή της βασιλείας του λόγου, αλλά παραθεωρούμε τον Υιό και Λόγο του Θεού. Μήπως εκλείπει η πίστη και γι΄ αυτό απουσιάζει και η ομολογία;
Οι Τρεις όμως, σήμερα τιμώμενοι Άγιοι, ως αυθεντικοί «βλαστοί Ευαγγελίου» (από το Απολυτίκιο των Αγίων Πάντων), «διατήρησαν το θεμέλιο της πίστεως στο Χριστό ασάλευτο» (Μεγάλου Βασιλείου, «Εις Γόρδιον τον Μάρτυρα». Βλ. και Περιοδικό «Η Δράσις μας», 1997, τ. 344, σ. 12), διότι γράφει ο Ιερός Χρυσόστομος, «όποιος ξεφύγει από την πίστη, δεν στέκεται πουθενά, αλλά κολυμπάει εδώ και εκεί έως ότου καταποντισθεί τελείως» (Εις Α΄ Τιμ., ομιλ. Ε΄, 2, ΕΠΕ 23, 204 MG 62, 528. Βλ. Βασιλείου Δ. Χαρώνη & Ουρανίας Α. Λαναρά (1995), «Παιδαγωγική Ανθρωπολογία Ιω. Χρυσοστόμου», τόμος Γ΄, Το Βυζάντιον, Αθήνα, σ. 727). Αντίθετα, συνεχίζει ο ίδιος Πατέρας, «τα μέγιστα δια της πίστεως και ου δια λογισμών κατορθούνται» (Εις Εβρ., ομιλ. ΚΒ΄, 1, ΕΠΕ 25, 116 MG 63, 154. Βλ. Βασιλείου Δ. Χαρώνη, «Παιδαγωγική Ανθρωπολογία Ιω. Χρυσοστόμου», ό.π. σ. 687). Και ακόμη περισσότερο συνεχίζει: «Η πίστη αποδεικνύει τη γνησιότητα των πράξεών μας και από την ειλικρινή πίστη γεννιέται η αγάπη, γιατί εκείνος που πιστεύει αληθινά στο Θεό, δεν ανέχεται ποτέ να εγκαταλείψει την αγάπη» (Εις Α΄ Τιμ., ομιλ. Β΄, 1, ΕΠΕ 23, 142 MG 62, 509. Βλ. Βασιλείου Δ. Χαρώνη, «Παιδαγωγική Ανθρωπολογία Ιω. Χρυσοστόμου», ό.π. σ. 615).
Αλλά και η άσκηση της αγάπης οφείλει να συμβαδίζει με την ομολογία του ονόματος του Χριστού, ο Οποίος είπε «χωρίς εμού ου δύνασθε ποιείν ουδέν» (Ιωαν. 15, 5).
Αν δεν υπάρξει σύζευξη Ορθοδοξίας και ορθοπραξίας, ο λόγος της ζωής γίνεται φιλοσοφικός και ειδωλοποιείται. Όταν λοιπόν, αλλοιώνεται η πίστη αλλοιώνεται και η ζωή. Αυτή είναι η αλήθεια. Οι έμπειροι και πνευματοφόροι Πατέρες «έδιναν πάντα προτεραιότητα στην αλήθεια, προκειμένου να διασώσουν την καθολικότητα του νοήματος της ζωής» (Α.Μ. (2005), Άρθρο, «Θεολογικοί προβληματισμοί και θεολογική τεκμηρίωση της Ορθόδοξης συμμετοχής στον Οικουμενικό διάλογο σήμερα», περιοδικό Επίγνωση, τεύχος 92, σ. 12. Βλ. http://www.zephyr.gr/STJOHN/epi92.htm). «Το μεγαλύτερο κακό που μπορεί να πάθει κανείς είναι να χάσει την αλήθεια», τονίζει εμφαντικά ο Βασίλειος. (Επιστ. 204, Τοις Νεοκαι-σαρεύσι, 3, ΕΠΕ 3, 164 - ΒΕΠ 55, 235 - MG32, 748. Βλ. Βασιλείου Χαρώνη (2002), «Παιδαγωγική Ανθρωπολογία Μεγάλου Βασιλείου», τόμος Α΄, Το Βυζάντιον, Αθήνα 2002, σ. 325).
Ο συνδυασμός λοιπόν, «Πίστις δι' αγάπης ενεργουμένη» (Γαλ. 5, 6), όπως είπε ο Απόστολος Παύλος, οδηγεί στην επίτευξη του πρωτεύοντος στόχου, στην αγιότητα, στην σωτηρία. Είναι ξεκάθαρη η προτροπή του Χρυσοστόμου προς πάντας και ιδιαίτερα προς τα νιάτα: «Η παιδεία μετάληψις αγιότητος εστί». (Εις Εβρ., ομιλ. ΚΘ΄, 3, ΕΠΕ 25, 282 MG 63, 205. Βλ. Βασιλείου Δ. Χαρώνη, «Παιδαγωγική Ανθρωπολογία Ιω. Χρυσοστόμου», ό.π. σ. 600). Αυτή είναι και η πρόταση παιδείας (με την ευρύτερη έννοια της λέξης και όχι μόνο της εκπαίδευσης) των Τριών Ιεραρχών, καθώς οι ίδιοι δεν ήταν εκπαιδευτικοί, αλλά παιδαγωγοί εις Χριστόν. «Κατ' αυτούς η παιδεία του κόσμου θεωρείται αντικειμενικώς μόνο μέσα από την παιδεία του Κυρίου». (Κωνσταντίνος Κορναράκης (1999), «Παιδεία Κυρίου - Ο οντολογικός χαρακτήρας και η διαλεκτική φύση του παιδαγωγικού έργου κατά τους Τρεις Ιεράρχες», Ανάτυπον εκ της Επιστημονικής Επετηρίδος της Θεολογικής Σχολής Αθηνών, Τιμητικόν αφιέρωμα εις Αθανάσιον Π. Χαστούπην, τόμος ΛΔ΄, σ. 416).
Οραματίζονται την παιδεία ως τη διαδικασία που θα οδηγήσει τον άνθρωπο να «απελευθερωθεί - όπως εύστοχα παρατηρεί ο Καθηγητής κ. Κωνσταντίνος Κορναράκης - από την ψευδαίσθηση ότι η φύση του δικαιώνεται διαμέσου των γνώσεών του και να οικειωθεί την αυθεντικότητα της υπάρξεως πού δεν ορίζεται από το εκάστοτε σύστημα γνώσεων άλλα από τη δυνατότητα αυτογνωσίας και τέλος την κατάκτηση της αληθινής «θεογνωσίας» (Κωνσταντίνος Κορναράκης, «Παιδεία Κυρίου», ό.π. σ. 416).
Αλλά και με την στενότερη έννοια της εκπαίδευσης αν προσεγγίσουμε το έργο τους θα ωφεληθούμε, διότι θα διδαχθούμε από τη Χρυσοστομική γραφίδα και πάλι, ότι: «Ο άριστος όρος και σκοπός της διδασκαλίας είναι αυτός, το να οδηγούν οι δάσκαλοι τους μαθητές, με όσα πράττουν και με όσα λένε, στον ευτυχισμένο βίο πού όρισε ο Χριστός» (Περί Ιερωσύνης, λόγος Δ΄, 8, ΕΠΕ 28, 234 - MG 48, 671. Βλ. Βασιλείου Δ. Χαρώνη, «Παιδαγωγική Ανθρωπολογία Ιω. Χρυσοστόμου», ό.π. σ. 601).
Είναι βέβαια τέτοια η έκταση του παιδαγωγικού χαρακτήρα του έργου των Τριών Ιεραρχών και τόσο πολυμερής η όλη διδακτική και παιδαγωγική μεθοδολογία τους, που ίσως θα έπρεπε να μελετηθεί η πρόταση, να συμπεριληφθεί ως μάθημα στα παιδαγωγικά τμήματα των Πανεπιστήμιων μας.
Οι πνευματικές τους παρακαταθήκες λοιπόν, είναι πολυτιμότατα κεφάλαια διότι υπενθυμίζουν σε όλους, ότι η αυτονόμηση του ανθρώπου από το Θεό, η πνευματική λοξοδρόμηση, είναι η γενεσιουργός αιτία της προσωπικής, αλλά και της κάθε πολυεπίπεδης κρίσης που βιώνουμε διαχρονικά ως κοινωνία. Ο καθένας μας λοιπόν, προσωπικά και η κοινωνία μας συνολικά μπορεί να βρει την απάντηση στις προκλήσεις του παρόντος και του μέλλοντος, μέσα από τα σπλάγχνα της Ορθόδοξης Χριστιανικής παράδοσης μας. Μέσα από την πρόταση της οικουμενικότητας, της καθολικότητας και της αλήθειας του μηνύματος των Πατέρων της Εκκλησίας. Αυτή «η Ορθόδοξη Χριστιανική παράδοση μας αποτελεί το παρελθόν που ταυτίζεται με την ζωή, το βαθύτερο είναι μας και την προοπτική μας. Το Ορθόδοξο παρελθόν μας αποτελεί το δικό μας μέλλον και την ελπίδα του κόσμου» (Νικολάος Χατζηνικολάου, Μητροπολίτης Μεσογαίας & Λαυρεωτικής (2000), «Αποκρυπτογράφηση του εκκλησιαστικού γονιδιώματος», Περιοδικό «Πειραϊκή Εκκλησία», φ 108 (205), σ. 17).
Μια παράδοση που ζει την Πεντηκοστή ως ένα συνεχές παρόν στο διάβα των αιώνων, που σαρκώνεται στις μέρες μας, στα ιερά ασκητήρια του αγιασμένου Άθωνα, στα ταπεινά κελλάκια των οσίων Γερόντων του αιώνα μας και στις άσημες καμαρούλες - Ησυχαστήρια των πολυκατοικιών της πολύβουης Αθήνας…
Μια παράδοση που ζωοποιεί αυθεντικά στο παρόν, το μήνυμα που οι Τρεις αδάμαστες ψυχές της πίστης, οι σημερινοί εορταζόμενοι Πατέρες μας καταθέτουν. Μας οδηγούν σ΄ Αυτόν «ον ηγάπησεν η ψυχή τους» (Άσμα Ασμάτων Κεφ. 1, 7). Σ' Αυτόν τον τόσο γνωστό και τόσο άγνωστο, την Πηγή της Ζωής, τον Ζωοδότη Χριστό. Σ΄ Αυτόν τα λόγια του οποίου μας υπενθυμίζει ο Χρυσορρήμων Ιωάννης: «Εγώ είμαι πατέρας σου, εγώ αδελφός σου, εγώ νυμφίος της ψυχής σου, εγώ το σπίτι που μπορείς να καταφύγεις, εγώ η τροφή σου, εγώ το ένδυμα σου, εγώ η ρίζα σου, εγώ το στήριγμα σου, εγώ είμαι κάθε τι πού επιθυμείς, κοντά μου δεν θάχεις ανάγκη από τίποτε» (Εις Ματθ., ομιλ. ΟΣΤ΄, 5, ΕΠΕ, 12, 34 - MG 58, 700. Βλ. Βασιλείου Χαρώνη (2002), «Παιδαγωγική Ανθρωπολογία Μεγάλου Βασιλείου», τόμος Α΄, Το Βυζάντιον, Αθήνα 2002, σ. 256).
Για να μην έχουμε λοιπόν, από τίποτα ανάγκη, για να είμαστε αληθινά ελεύθεροι, εμείς και τα παιδιά μας και για να μην λυπούμε το Πνεύμα του Θεού με την απρόσεκτη βιοτή μας, εύχεσθε να μας φωτίζει ο Θεός όλους μας, καθώς και τον ομιλούντα, για να αποκτήσουμε την ίδια σχέση ζωής που είχαν και οι Τρείς αειλαμπείς Πατέρες, με την Πηγή της Ζωής, έτσι ώστε να ελπίζουμε στο έλεος Του για να αξιωθούμε της σωτηρίας.
Άλλωστε δεν υπάρχει άλλος δρόμος, δεν υπάρχει άλλη επιλογή, από το διαχρονικά ζωηφόρο μήνυμα των Τριών Μεγάλων Αγίων Πατέρων της Εκκλησίας. Ένα μήνυμα το οποίο δεν είναι διαφορετικό από το μήνυμα των Προφητών, των Αποστόλων, των Οσίων, των Μαρτύρων, των Πατέρων της Εκκλησίας. Είναι το μήνυμα της πίστης και της αγάπης στο πρόσωπο της μοναδικής Αλήθειας, του Ιησού Χριστού και σ΄ όσα Εκείνος μας παρέδωσε…
Πηγή: http://www.zoiforos.gr/
index.php?option=com_content&task=view&id=2805&Itemid=1

Κυριακή 6 Φεβρουαρίου 2011

ΠΑΝΗΓΥΡΙΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΠΑΡΑΜΥΘΙΑΣ - ΜΝΗΜΗ ΑΓ. ΜΑΞΙΜΟΥ ΤΟΥ ΓΡΑΙΚΟΥ

Τήν Πέμπτη 21η Ἰανουαρίου 2011 (ἐ. ἡμ.), ἡμέρα κατά τήν ὁποία ἡ Ἐκκλησία καί ἡ Ἱερά Μεγίστη Μονή Βατοπεδίου τιμοῦν τήν Θαυματουργό Εἰκόνα τῆς Παναγίας Παραμυθίας, πανηγύρισε τό ὁμώνυμο Ἱερό Ἡσυχαστήριο Ἀχαρνῶν. Τήν ἰδία ἡμέρα ἡ Ἐκκλησία τιμᾶ καί τήν μνήμη μεγάλων Ἁγίων Της, ὅπως τοῦ ἁγ. Μαξίμου τοῦ Ὁμολογητοῦ, τῆς Μάρτυρος Ἁγνῆς καί τοῦ ἁγ. Μαξίμου τοῦ Γραικοῦ, Φωτιστοῦ τῶν Ρώσων. Μέ τήν εὐκαιρία τῆς ἑορτῆς στό Παρεκκλήσιο τοῦ Ἡσυχαστηρίου ἱερούργησε ὁ Σεβ. Μητροπολίτης κ. Κήρυκος, συνευχομένων δεκάδων πιστῶν, εὐλαβουμένων τήν Κυρία Θεοτόκο καί τούς ἑορταζομένους Ἁγίους. Κατά τό Κοινωνικό τόν θεῖο λόγο ἐκήρυξε ὁ κ. Ἀντ. Μάρκου, ἀναφερθεῖς κυρίως στόν "ἐν πολλοῖς" ἄγνωστο στούς Ἕλληνες Ὀρθοδόξους ἅγ. Μάξιμο τόν Γραικό. Μετά τήν Θεία Λειτουργία παρατέθηκε ἑορταστική τράπεζα στό Ἀρχονταρίκι τοῦ Ἡσυχαστηρίου. Κατωτέρω δημοσιεύουμε ἀποσπάσματα τοῦ Βίου τοῦ ἁγ. Μαξίμου τοῦ Γραικοῦ:

Ὁ Φωτιστής τῶν Ρώσων ἅγ. Μάξιμος ὁ Γραικός (+ 1556)

Ὁ κατά κόσμον Μιχαήλ Τριβώλης ἦταν γόνος ἀρχοντικῆς Βυζαντινῆς οἰκογενείας, συγγενικῆς τοῦ Αὐτοκρατορικοῦ Οἴκου τῶν Παλαιολόγων. Γεννήθηκε στήν Ἄρτα πρίν τό 1470. Ἡ οἰκονομική εὐχέρεια τῆς οἰκογενείας του τοῦ ἐπέτρεψε νά σπουδάσει στήν Κέρκυρα καί στήν Ἰταλία, ὅπου πῆγε τό 1489 καί εἶχε δασκάλους τόν Ἰανό Λάσκαρη καί ἄλλους Ἕλληνες λογίους. Στή Φλωρεντία τῶν Μεδίκων συνδέθηκε μέ τόν μαθητή τοῦ Πολιτσιάνο Σκιπίωνα Φορτιγκουέρρι (ἤ Καρτερομάχο) καί παρακολούθησε τά φλογερά κηρύγματα τοῦ Ἱερωνύμου Σαβαναρόλα, Ἡγουμένου τῆς Καρτουσιανῆς Μονῆς τοῦ ἁγ. Μάρκου.
Τό 1495 πῆγε στή Μπολόνια, ὅπου συνδέθηκε μέ τόν Οὑμανιστή καί Ἑλληνιστή Ἀντώνιο Οὐρτσέο Κόντρο, καί τό 1496 στή Βενετία, ὅπου συνδέθηκε μέ τόν Κρητικό λόγιο Μᾶρκο Μασοῦρο καί ἄλλους λογίους πού ἐργάζονταν στά ἑλληνικά τυπογραφεῖα τῶν Κρητῶν Ζαχαρία Καλλιέργη καί Νικολάου Βλαστοῦ. Στή Βενετία ἐντάχθηκε στήν Καρτουσιανή Μονή τοῦ ἁγ. Μάρκου (τῆς ὁποίας οἱ μοναχοί τηροῦσαν αὐστηρή σιωπή καί ἀσχολοῦνταν μέ τήν ἀντιγραφή χειρογράφων καί τήν ἔκδοση Πατερικῶν ἔργων), μέ σκοπό νά μελετήσει τήν περίφημη βιβλιοθήκη της.
Εἶναι ἐνδιαφέρουσα μία ἀναφορά σέ δύο πρόσωπα καί ἕνα χῶρο πού ἐπηρέασαν τόν νεαρό Μιχαήλ.
Ὁ Ἰανός (Ἰωάννης) Λάσκαρης (1445 - 1535), ἦταν Ἕλληνας λόγιος καί διπλωμάτης. Σάν βιβλιοθηκάριος τοῦ Λαυρεντίου τῶν Μεδίκων, τοπικοῦ Ἡγεμόνα τῆς Φλωρεντίας, ταξίδεψε σ' ὅλη τήν Ἀνατολή, συγκεντρώνοντας καί ἐκδίδοντας χειρόγραφα. Μετά τήν πτώση τῶν Μεδίκων ὑπηρέτησε στή Γαλλική Αὐλή σάν διπλωμάτης, ὅπου συνέβαλλε στή γέννηση τῆς Γαλλικῆς Ἀναγέννησης. Ἦταν ἐκεῖνος πού συμβούλευσε τόν Πάπα Λέοντα Ι' νά ἱδρύσει γιά τούς Ἕλληνες τό Βασιλικό Κολλέγιο.
Ὁ Ἱερώνυμος Σαβαναρόλα (1452 - 1498), ἦταν ἕνας δυναμικός Δομηνικανός ἡγούμενος καί δεινός Ἱεροκήρυκας στή Φλωρεντία. Οἱ λόγοι του γιά τήν ἀνάγκη ἐσωτερικῆς μεταρρυθμίσεως στή Ρωμαιοκαθολική Ἐκκλησία, τόν ἔφεραν ἀντιμέτωπο μέ τόν Πάπα Ἀλέξανδρο Στ' (1492 - 1593), ὁ ὁποῖος τόν ἀφόρισε (1497). Μέ τήν ἔγκριση τοῦ Πάπα ὁ Σαβαναρόλα συνελήφθη, δικάστηκε, βασανίστηκε κρεμασμένος ἀνάποδα καί τελικά κάηκε ζωντανός (1498), στήν Πλατεία della Signoria τῆς Φλωρεντίας! (R. Ridolfi, "Vita di Girolamo", 1939).
Τό Τάγμα τῶν Καρθουσιανῶν (O. Cart.), ἱδρύθηκε τό 1084 ἀπό τόν Ρωμαιοκαθολικό Μπροῦνο τῆς Κολωνίας, στήν κοιλάδα Chartreuse (Cartusia), ἀπό ὅπου πῆρε τό ὄνομά του. Οἱ Καρθουσιανοί ἔχουν σάν κύριο χαρακτηριστικό τους τήν ἐξωτερική καί ἐσωτερική σιωπή καί περισσότερο ἀπό κάθε ἄλλο Δυτικό μοναστικό τάγμα, πλησιάζουν τήν Ὀρθόδοξη μοναστική πνευματικότητα.
Ὁ Μιχαήλ ἔμεινε καί ἐργάστηκε στή Βενετία ἀπό τόν Ἰούλιο τοῦ 1502 μέχρι τόν Δεκέμβριο τοῦ 1504 καί πρός τό τέλος τοῦ 1505 ἔγινε μοναχός στό Ἅγιο Ὄρος, σέ ἡλικία 35 ἐτῶν. Στή Μονή Βατοπεδίου ὅπου ἐντάχθηκε, τήν ἐποχή ἐκείνη ἐγκαταβιοῦσε ὁ ἐξόριστος Πατριάρχης ΚΠόλεως ἅγ. Νήφων (1486 - 1489, 1497 - 1498), ὁ ὁποῖος διατηροῦσε σχέσεις μέ Ἕλληνες λογίους τῆς Δύσεως. Οἱ σχέσεις του μέ τόν μ. Μάξιμο ὑπῆρξαν καθοριστικές γιά τήν μετέπειτα πορεία τοῦ δευτέρου.
Στά δέκα περίπου χρόνια πού ἀσκήθηκε στόν Ἄθωνα, ὁ μ. Μάξιμος σπούδασε τήν Ὀρθόδοξη Πατερική Παράδοση, τήν νοερά προσευχή καί τόν κοινοβιακό μοναχισμό καί ἀξιοποιώντας τήν κλασική του παιδεία, ἀναδείχθηκε μία τῶν Ἁγιορειτικῶν πνευματικῶν προσωπικοτήτων τῆς ἐποχῆς του.
Ἡ προσωπικότητά του ἀναδείχθηκε ὅταν ὁ Μεγ. Ἡγεμόνας τῆς Ρωσίας Βασίλειος Γ' ζήτησε ἀπό τόν Πατριάρχη ΚΠόλεως Θεόληπτο Α' (1513 - 1522), ἀφ' ἑνός μέν τήν εὐλογία γιά τήν διόρθωση τῶν λανθασμέ-νων μεταφράσεων τῶν ρωσικῶν ἐκκλησιαστικῶν βιβλίων, ἀφ' ἑτέρου δέ τήν ἀποστολή γιά τόν σκοπό αὐτό τοῦ περίφημου μεταφραστή Μοναχοῦ Σάββα τοῦ Βατοπεδινοῦ. Ἡ ἀδυναμία τοῦ μ. Σάββα νά ἀνταποκριθεῖ στήν ἀποστολή αὐτή ὡδήγησε στήν ὑπόδειξη ἀπό τήν Μονή Βατοπεδίου τοῦ μ. Μαξίμου, τήν ὁποία ἐνέκρινε ὁ Πατριάρχης.
Ἡ Ἁγιορειτική ἀντιπροσωπεία ἀναχώρησε γιά τήν Ρωσία μέσῳ ΚΠόλεως τόν Ἰούλιο τοῦ 1516 καί ἔφτασε στή Μόσχα τήν Ἄνοιξη τοῦ 1518 (στήν ΚΠολη ὁ Πατριάρχης πρόσθεσε στήν ἀντιπροσωπεία τόν Μητροπολίτη Ζιχνῶν Γρηγόριο καί τόν Διάκονο Διονύσιο). Ἡ ὑποδοχή τῆς ἀντιπροσωπείας στή Μόσχα ὑπῆρξε ἐντυπωσιακή. Ὁ Μεγ. Ἡγεμόνας Βασίλειος καί ὁ Μητροπολίτης Ρωσίας Βαρλαάμ τήν ὑποδέχτηκαν μέ μεγάλες τιμές καί τῆς παραχώρησαν γιά διαμονή τήν Μονή Τσουντώφ.
Ὁ μ. Μάξιμος ἀσχολήθηκε ἀρχικά μέ τήν μετάφραση τοῦ Ψαλτηρίου καί στή συνέχεια μέ τήν μετάφραση τῶν Πράξεων, τῶν Κανόνων τῶν Οἰκουμενικῶν καί Τοπικῶν Συνόδων ἀπό τό Σύνταγμα τοῦ Ματθαίου Βλάσταρη, ὁμιλιῶν τοῦ Ἱεροῦ Χρυσοστόμου, ἁγιολογικῶν ἔργων τοῦ Συμεών τοῦ Μεταφραστοῦ, κ.ἄ., καθώς καί μέ τήν διόρθωση λειτουργικῶν κειμένων. Οἱ μεταφράσεις συνοδεύονταν ἀπό τόν ἀντίστοιχο σχολιασμό Ἑλλήνων Πατέρων.
Ὅταν ἡ μετάφραση τοῦ Ψαλτηρίου ὁλοκληρώθηκε, ὁ Ἡγεμόνας Βασίλειος ἐπέτρεψε στή συνοδεία τοῦ μ. Μαξίμου νά ἐπιστρέψει στό Ἅγιο Ὄρος, τόν ἴδιο ὅμως κράτησε στή Μόσχα γιά νά συνεχίσει τό ἔργο του. Ἡ παραμονή αὐτή ὁδήγησε τόν Ἕλληνα μοναχό σέ σύγκρουση μέ τό νοσηρό ἐκκλησιαστικό κατεστημένο τῆς Ρωσίας καί κυρίως μέ τό μοναστικό ρεύμα τῶν Κατόχων ἤ Ἰωσηφιτῶν (ἀπό τόν ἀρχιμ. ἅγ. Ἰωσήφ τοῦ Βολοκολάμσκ, 1440 - 1515), τοῦ ὁποίου ὁ ἐκπρόσωπος Μητροπολίτης Ρωσίας Δανιήλ ἐξελίχθηκε σέ μεγάλο ἐχθρό καί διώκτη τοῦ μ. Μαξίμου. Αἰτία τῆς ἐχθρότητας ἦταν: Ἡ ἀρνητική στάση τοῦ μ. Μαξίμου ἀπέναντι στήν ἀποπομπή ἀπό τόν Ἡγεμόνα τῆς συζύγου του (μέ τό αἰτιολογικό, ὅτι δέν εἶχε παιδιά)· ἡ κριτική τῆς τυπολατρείας Κλήρου καί λαοῦ, σέ βάρος τῆς οὐσίας τῆς Πίστεως· καί ἡ ἀντίδραση κατά τοῦ πλουτισμοῦ τῶν Κατόχων καί τῶν μονῶν τους, σέ βάρος τῆς πνευματικῆς ζωῆς καί τῆς οὐσίας τοῦ Μοναχισμοῦ.
Ὁ μ. Μάξιμος ἀρχικά συκοφαντήθηκε, ὅτι διατηροῦσε ἐπαφές μέ τόν Τοῦρκο Πρεσβευτή στή Μόσχα καί στή συνέχεια, ὅτι συνωμοτοῦσε κατά τοῦ Ἡγεμόνα, ὅτι ἦταν ἐναντίον τῆς διοικητικῆς ἀνεξαρτησίας τῆς Ρωσικῆς Ἐκκλησίας ἀπό τό Πατριαρχεῖο ΚΠόλεως, ὅτι εἶχε εἰσαγάγει ἐσφαλμένες μεταφράσεις στά ἱερά βιβλία, ὅτι εἶχε ὑποπέσει σέ αἱρέσεις, κ.ἄ. Τό 1525 Σύνοδος ὑπό τήν προεδρία τοῦ Μητροπ. Δανιήλ καταδίκασε τόν Ἕλληνα μοναχό σέ ἰσόβια κάθειρξη στή Μονή Βολοκολάμσκ καί σέ ἐπίσης ἰσόβια στέρηση τῆς Θείας Κοινωνίας!
Στή Μονή Βολοκολάμσκ ὁ μ. Μάξιμος "ἐτηρεῖτο ἐγκάθειρκτος ἐν δεσμοῖς καί ἐθανατοῦτο διά τοῦ ψύχους, τοῦ καπνοῦ καί τῆς πείνης"! (Βλ. Φειδᾶ αὐτ. σελ. 221). Παρά τήν στέρηση καί αὐτῆς τῆς γραφικῆς ὕλης ὅμως, ἔγραψε Κανόνα στό Ἅγιο Πνεῦμα, μέ κάρβουνο στόν τοῖχο τοῦ κελλιοῦ του!
Τό 1531 τό θέμα τοῦ μ. Μαξίμου ἀπασχόλησε νέα Σύνοδο, ἀλλά ὁ Ὅσιος καταδικάστηκε καί πάλι, μεταφέρθηκε ὅμως στή Μονή Ὄτροτσυ τῆς Ἐπισκοπῆς Τβέρ, ὅπου ἀρχιεράτευε ὁ μετριοπαθής Ἰωσηφίτης ἐπ. Ἀκάκιος. Ὁ Ἀκάκιος, ὅπως σημειώνει ὁ Βλ. Φειδᾶς, "ἐφήρμοσε τήν Συνοδικήν ποινήν μέ μετριοπάθειαν, διότι ἐξετίμησε τήν προσωπικότητα, τήν μόρφωσιν καί τήν καρτερίαν εἰς τά δεινά τοῦ Ἁγιορείτου Μοναχοῦ. Περιώρισε τόν χρόνον ἐπιβολῆς τῶν σιδηρῶν δεσμῶν, ἀπηγόρευσε τήν ἐφαρμογή σκληρῶν βασανιστηρίων ὑπό τῶν φρουρῶν μοναχῶν, ἐπέτρεψε τήν παροχήν βιβλίων καί γραφικῆς ὕλης, διηυκόλυνε τήν ἀλληλογραφίαν μέ τούς φίλους του καί τόν ἐπεσκέπτετο τακτικῶς διά νά συζητήση διάφορα θεολογικά καί ἐκκλησιαστικά ζητήματα" (αὐτ. σελ. 223 - 224).
Ὁ μ. Μάξιμος ἔμεινε στή Μονή Ὄτροτσυ 20 χρόνια (1531 - 1551). Μεταξύ ἄλλων ἔγραψε τότε τήν "Ὁμολογία τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως", ἀπολογητικούς λόγους γιά τήν διόρθωση τῶν λειτουργικῶν βιβλίων, ἑρμηνευτικές πραγματίες, ἐπιστολές πάνω σέ διάφορα ἐκκλησιαστικά ζητήματα, κ.ἄ.
Ὅταν ἀνέβηκε στό Θρόνο ὁ Ἰωάννης Δ' ὁ Τρομερός καί ἐκθρονίστηκε ὁ Δανιήλ, οἱ διάδοχοί του Μητροπολίτες Ἰωάσαφ (1539 - 1542) καί Μακάριος (1542 - 1563), δέν ἦσαν τῶν ἀπόψεων τῶν Κατόχων (ὁ Ἰωάσαφ κατά τήν ἐνθρόνισή του ἀναφέρθηκε μέ εὐγνωμοσύνη στό Πατριαρχεῖο ΚΠόλεως καί ὁ Μακάριος ἐπέτρεψε στόν μ. Μάξιμο τήν κοινωνία τῶν Ἀχράντων Μυστηρίων). Τότε ὁ Μάξιμος ζήτησε ἀπό τόν Τσάρο νά τοῦ ἐπιτραπεῖ ἡ ἐπιστροφή του στή μονή τῆς μετανοίας του, χωρίς ὅμως ἀποτέλεσμα, ἔτσι ἀναγκάστηκε νά ἀπευθυνθεῖ στό Πατριαρχεῖο. Γιά τό θέμα αὐτό ἀπευθύνθηκαν στόν Τσάρο ὁ Πατριάρχης ΚΠόλεως Διονύσιος Β' (ἐκ μέρους καί τοῦ Ἱεροσολύμων Γερμανοῦ), ὁ Ἀλεξανδρείας Ἰωακείμ ὁ Πάνυ καί ἡ Μονή Βατοπεδίου, μέ ἀποτέλεσμα νά ἀπελευθερωθεῖ μέν ὁ Μάξιμος, ἀλλά νά μήν τοῦ ἐπιτρεπεῖ ἡ ἔξοδος ἀπό τήν Ρωσία.
Εἶναι χαρκτηριστικό τό κείμενο τῆς ἐπιστολῆς τοῦ Πατριάρχη Ἰωακείμ πρός τόν Ἰωάννη Δ’. «Ὑψηλότατε, ἐκλαμπρότατε καί ἀξιοτιμότατε Κύριε καί υἱέ τῆς μετριοτητάς μας Ἰβάν Βασίλιεβιτς, Μεγάλε Ρῆγα τῆς Μεγάλης Ρωσίας – γράφει - …Θέλω νά κάνω μία μικρή παράκληση στή βασιλεία σου καί παρακαλῶ νά μέ ἀκούσεις μέ εὐμένεια. Στό βασίλειό σου βρίσκεται ἕνας μοναχός ἀπό τό Ἅγιο Ὄρος Ἄθω, δάσκαλος τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως, πού ὀνομάζεται Μάξιμος. Αὐτός μέ τήν ἐνέργεια τοῦ διαβόλου καί ἀπό συκοφαντίες κακῶν ἀνθρώπων, ἔπεσε σέ φοβερή δυσμένεια τῆς Μεγαλειότητάς σου, γι’ αὐτό καταδικάσθηκε σέ εἰρκτή καί ἄλυτα δεσμά καί ἔτσι δέν μπορεῖ καθόλου νά κινηθεῖ καί νά διδάσκει τόν θεῖο λόγο, σύμφωνα μέ τήν δωρέα πού ἔλαβε ἀπό τόν Θεό. Γι’αὐτόν πληροφορηθήκαμε ἀπό πολλούς καί ἀξιόλογους ἀνθρώπους τῆς Ρωσίας καί ἀπό τό Ἅγιο Ὄρος λάβαμε γράμματα γι’ αὐτόν, ὅτι συλλήφθηκε ἄδικα ἀπό τήν ἐξουσία σου…
Δέν φέρονται ἔτσι Ὀρθόδοξοι Χριστιανοί σέ πτωχό καί μάλιστα μοναχό, πολύ λιγώτερο δέ Ἡγεμόνες πού ἔχουν ἀξιωθεῖ μέ μεγάλη κατανόηση καί ἔχουν κατασταθεῖ ἀπό τόν Θεό σάν δίκαιοι κριτές…
Γι’ αὐτό παρακαλοῦμε τήν Μεγαλειότητά σου, μόλις λάβει τήν ἐπιστολή αὐτή, νά δώσει τήν ἐλευθερία στόν περί οὗ μοναχό τοῦ Ἁγίου Ὄρους Μάξιμο, νά πάει ὅπου θέλει καί μάλιστα στόν τόπο τῆς κουρᾶς του, τό Ἅγιο Ὄρος
» (Χρυσοστόμου Παπαδοπούλου, Μητροπ. Καρθαγένης, «Τό Πατριαρχεῖο Ἀλεξανδρείας καί πάσης Ἀφρικῆς στό χρόνο - Ἀπό τόν ἅγ. Μάρκο στή γ’ Χιλιετία», 2000, σελ. 148 – 150).
Τά τελευταῖα χρόνια τῆς ζωῆς του ὁ Μάρτυρας Μοναχός τά πέρασε στή Λαύρα τῆς Ἁγίας Τριάδος - ἁγ. Σεργίου, τιμημένος ἀπό ὅλους. Γύρω του δημιουργήθηκε ἕνας κύκλος πνευματικῶν ἀνθρώπων (ὁ πρ. Μητροπολίτης Ἰωάσαφ, ὁ μοναχός Νεῖλος Κουρλιάτεφ - πρ. Πρίγκι-πας - ὁ Πρίγκιπας Ἀνδρέας Κούρμπσκυ, κ.ἄ.), πολεμίων τῶν Κατοχικῶν ἀπόψεων.
Ὁ ὅσ. Μάξιμος κοιμήθηκε εἰρηνικά τήν 21η Ἰανουαρίου 1556. Πρῶτος βιογράφος του ὑπῆρξε ὁ Πρίγκιπας Κούρμπσκυ, ὁ ὁποῖος τόν χαρακτηρίζει Ὁμολογητή. Οἱ ἀπόψεις του γιά τήν ἐκκλησιαστική ζωή προκάλεσαν πνευματική ἀφύπνιση καί ἀναγέννηση στή Ρωσική Ἐκκλησία, κάτι πού φαίνεται σαφῶς στίς ἀποφάσεις τῆς Συνόδου τῶν Ἑκατό Κεφαλαίων (1551).
Ὁ μακάριος Μάξιμος τιμήθηκε ὡς Ἅγιος ἀμέσως μετά τήν κοίμησή του ἀπό τόν Ὀρθόδοξο Ρωσικό λαό, μέ τήν ἁγιογράφηση εἰκόνων του, τήν σύνταξη Ἀκολουθιῶν πρός τιμή του καί τήν περιγραφή θαυμάτων των, κατά τόν ἑορτασμό δέ τῆς Χιλιετηρίδας τῆς Ρωσικῆς Ὀρθοδοξίας (1988), ἡ ἁγιότητά του διακηρύχθηκε ἐπίσημα ἀπό τό Πατριαρχεῖο Μόσχας. Ἡ μνήμη του τιμᾶται τήν 21η Ἰανουαρίου καί τά Λείψανά του φυλάσσονται στή Λαύρα τῆς Ἁγίας Τριάδος.

Ἐπιλογή Βιβλιογραφίας:
Γρηγ. Παπαμιχαήλ, "Μάξιμος ὁ Γραικός, ὁ πρῶτος Φωτιστής τῶν Ρώσων", 1951.
Γρηγ. Παπαμιχαήλ, «Ἡ ἀνθελληνική μονορθοδοξία τῶν Ρώσων τοῦ ΙΕ’ αἰ. καί ὁ Μάξιμος ὁ Γραικός», 1947.
Βλασίου Φειδᾶ, «Μάξιμος ὁ Γραικός». Θ.Η.Ε. τ. 8ος, σελ. 627 - 632.
Nina Sinicena, “Μάξιμος ὁ Γραικός καί ἡ Ρωσία», 1977.
Πρωτ. Εὐαγγέλου Ματζουνέα, "Ὁ ἅγ. Μάξιμος ὁ Γραικός...", Ἐφημερίδα "Ἐκκλησιαστική Ἀλήθεια", φ. 16/7, 16/10, 1/11 καί 1/12. 1988).
Ἱ. Μ. Γρηγορίου Ἁγίου Ὄρους, "Ὁ ἅγ. Μάξιμος ὁ Γραικός...", 1991.


ΔΕΚΑΤΗ ΕΚΤΗ ΣΥΝΑΝΤΗΣΙΣ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΚΑΤΗΧΗΤΙΚΗΣ ΣΧΟΛΗΣ


Μέ τήν βοήθεια τοῦ Θεοῦ πραγματοποιήθηκε τό ἑσπέρας τῆς Κυριακῆς 24ης Ἰανουαρίου/6ης Φεβρουαρίου 2011, ἡ 16η συνάντησις τῆς Ὀρθοδόξου Κατηχητικῆς Σχολῆς. Προηγήθηκε μεθέορτος Ἑσπερινός στό Παρεκκλήσιο τοῦ Ἱεροῦ Ἡσυχαστηρίου Παναγίας Παραμυθίας Ἀχαρνῶν, ἐπί τῆ μνήμει τῆς Ὁσίας Ξένης τῆς Ρωσίδος, τῆς διά Χριστόν Σαλῆς, ὁ ὁποῖος συνδιάσθηκε μέ τόν Ἑσπερινό τοῦ ἁγ. Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου.
Κατά τήν 16η συνάντηση ὁ Καθηγητής κ. Ἀντ. Μάρκου ἀνέπτυξε τό θέμα, "Ὁσία Ξένη ἡ διά Χριστόν Σαλή - Ἡ διά Χριστόν σαλότητα ὡς τρόπος ἁγιότητος". Στή συνέχεια δημοσιεύουμε ἀποσπάσματα τῆς εἰσηγήσεως.
Ὁσία Ξένη τῆς Πετρουπόλεως (+ 1796 - 1806)
Τό εὐλογημένο ἄνθος τῆς Ἁγίας Πετρουπόλεως.
Ἔζησε στήν Ἁγία Πετρούπολη κατά τήν βασιλεία τῆς Ἐλισάβετ Πετρόβνα (1709 -1762) καί τῆς Αἰκατερίνης Β' τῆς Μεγάλης (1729 - 1796). Ἦταν σύζυγος τοῦ Ψάλτη τῆς Αὐλῆς Συνταγματάρχη Ἀνδρέα Θεοδώροβιτς, ὁ ὁποῖος ἀπεβίωσε ξαφνικά, κατά τήν διάρκεια ἑνός συμποσίου, χωρίς νά εἶναι προετοιμασμένος μέ τά Μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας. Μετά τόν θάνατο τοῦ συζύγου της μοίρασε τήν περιουσία τους στούς πτωχούς, προετοιμάσθηκε μέ διαμονή σέ κοινόβιο γιά 8 χρόνια καί ἐπιστρέφοντας στήν Ἁγία Πετρούπολη, σέ ἔνδειξη ἀγάπης πρός τόν σύζυγό της, "πῆρε πάνω" της τίς ἀμετανόητες ἁμαρτίες του, ντύθηκε τήν στολή του, ἄκουγε στό ὄνομά του καί ὑποκρίθηκε τήν σαλή γιά 45 περίπου χρόνια.
Ἔζησε ἄστεγη στούς δρόμους, προσευχομένη τίς νύκτες στά χωράφια ἤ μεταφέροντας τοῦβλα γιά τήν ἀνέγερση Ναῶν, εὐεργετῶντας τούς ἀνθρώπους μέ τά θαυματά της καί χαρίσματα τῆς προοράσεως καί τῆς προφητείας.
Κοιμήθηκε εἰρηνικά μεταξύ τῶν ἐτῶν 1796 καί 1806 καί ἐνταφιάσθηκε στό Κοιμητήριο τοῦ Σμολένσκ. Πάνω στόν τάφο της ὑπῆρξε ἡ ἐξῆς μαρμάρινη ἐπιγραφή, ἕνα περιληπτικό Συναξάριο τοῦ Βίους Της:
"Εἰς τό Ὄνομα τοῦ Πατρός καί τοῦ Υἱοῦ καί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ἐνθᾶδε κεῖται τό σῶμα τῆς δούλης τοῦ Θεοῦ Ξένης Γρηγοριέβνας, συζύγου τοῦ Ψάλτου τῆς Αὐλῆς Συνταγματάρχου Ἀνδρέου Θεοδώροβιτς Πετρώφ. Ἐχήρευσε 26 ἐτῶν. Μία προσκυνήτρια ἐπί 45 ἔτη, ἔζησε συνολικῶς 71 ἔτη. Ἦτο γνωστή ὑπό τό ὄνομα Ἀνδρέας Θεοδώροβιτς. Ὁποιοσδήποτε μέ ἐγνώρισε ἄς προσευχηθεῖ γιά τήν ψυχή μου, ὥστε νά σωθεῖ ἡ δική του. ΑΜΗΝ".
Ὁ τάφος της ἀναδείχθηκε πηγή ἰαμάτων. Τά θαύματά της ἀποδεικνύουν τήν παρρησία της πρός τόν Θεό, κυρίως σέ θέματα μέθης, στέγης καί ἐργασίας.
Κατά τήν περίοδο τοῦ ἀθεϊστικοῦ καθεστῶτος, τό Παρεκκλήσιο τοῦ τάφου της μετατράπηκε σέ ἐργαστήριο γλυπτικῆς, ὁ λαός ὅμως συνέχισε νά προσφεύγει στίς πρεσβείες της. Μετά τήν πτώση τοῦ κομμουνιστικοῦ καθεστώτος ἐπιστράφηκε στήν Ἐκκλησία καί σήμερα ἀποτελεῖ τόπο προσκυνήματος.
Ἡ μνήμη της τιμᾶται τήν 24η Ἰανουαρίου.
Διά Χριστόν Σαλότης - Ἡ ἀκενόδοξος ἀρετή
Ἡ διά Χριστόν Σαλότης εἶναι μία σπάνια καί ἰδιατέρως ἐπώδυνη μορφή ἀσκήσεως, τήν ὁποία χρησιμοποίησαν γιά τήν ἐν Χριστῷ τελείωσή τους κάποιοι Ἅγιοι, ἐλάχιστοι ἀριθμητικά σέ σχέση μέ τίς χιλιάδες τῶν γνωστῶν Ἁγίων. Συνίσταται στή θεληματική μωρία. Ὁ ἀσκούμενος - συνήθως μετά ἀπό θεία πρόσκληση, σέ κάποιες περιπτώσεις μέσῳ κάποιου ὁράματος, σέ κάποιες ἄλλες μέσῳ τῆς ὑποδείξεως κάποιου χαρισματικοῦ καί διακριτικοῦ Πνευματικοῦ - ἀρχίζει νά φαίνεται στόν κόσμο σάν διανοητικά καθυστερημένος ἤ ψυχολογικά διαταραγμένος. Οἱ πράξεις του ἀπέχουν τῆς κοινῆς λογικῆς καί ἡ συμπεριφορά του εἶναι συνήθως προκλητική, οὐδέποτε ὅμως ἐπικίνδυνη γιά τόν ἑαυτό του καί κυρίως γιά τούς ἄλλους.
"Ἡ διά Χριστόν μωρία - κατά τόν Καθηγητή E. Benz - αὐτή καθ' ἑαυτή γίνεται κατανοητή σάν χάρισμα, σάν ἕνα εἰδικό δῶρο τοῦ Πνεύματος καί τῆς χάριτος, σάν ἕνας ἐξοπλισμός μέ εἰδική πνευματική δύναμη" (E. Benz, "Heilige Narrheit", σελ. 12).
"Ἕνας ἄνθρωπος χαρακτηρίζεται "διά Χριστόν Σαλός" - γράφει ὁ Καθηγητής Ἰω. Κορναράκης - λόγῳ τῆς ἰδιόμορφης, περίεργης ἤ παράξενης, γιά τήν κοινή λογική, συμπεριφορᾶς του. Ὁ τρόπος τῆς ζωῆς του, τά φερσίματά του καί τά καμώματά του καί γενικά ἡ ὅλη εἰκόνα του, φαίνεται νά ταιριάζει μέ τήν εἰκόνα κάποιου ἀνθρώπου, πού ἔχει, σέ μικρό ἤ μεγάλο βαθμό, σαλεμένα τά μυαλά του... Περίπου τέτοια εἶναι ἡ ἐξωτερική εἰκόνα τοῦ διά Χριστόν Σαλοῦ ἀνθρώπου. Ἀλλά ἡ ἐσωτερική πραγματικότητα τῆς ψυχικῆς του ζωῆς εἶναι τελείως διαφορετική· ἐπειδή ἡ σαλότητα τοῦ ἀνθρώπου αὐτοῦ δέν εἶναι παθολογική κατάσταση, μέ τήν ἔννοια τῆς ψυχοπαθολογικῆς συμπτωματολογίας, ἀλλά ἔκφραση καί βεβαίωση μιᾶς σπάνιας πνευματικῆς καί μάλιστα χαρισματικῆς δυναμικότητος" (Ἰω. Κορναράκη, "Ταρσώ ἡ διά Χριστόν Σαλή", σελ. 85 - 86).
Ἡ Σαλότητα ἤ διά Χριστόν μωρία, γράφει ὁ Π. Μαρτίνης στήν σχετική διδακτορική του διατριβή πού ὑποβλήθηκε στό Pontificiο Institutο Orientale τῆς Ρώμης, εἶναι "ἕνα φαινόμενο, ἴσως τό πιό παράξενο, τό πιό συγκλονιστικό. Σαλός σημαίνει τρελός. Ἕνα εἶδος τρέλας γιά τόν Χριστό πάθαιναν καί οἱ Μοναχοί πού ἀσκοῦσαν τήν Σαλότητα. Ἕνας θεῖος "ἔρως" καί μία ἔνθεη ἀγάπη τούς ὁδηγοῦσε στό νά κάνουν τρέλες καί παράλογες πράξεις, γιά νά δώσουν καί τά δικά τους μηνύματα στόν κόσμο. Γιατί τίς παράδοξες πράξεις τους οἱ Σαλοί τίς κάνουν μέσα στόν κόσμο. "Ἐμπαίζουν" τόν κόσμο καί "ἐμπαίζονται" ἀπ' αὐτόν.
Τό βασικό μήνυμα τῶν Σαλῶν Ἁγίων εἶναι: "Ἀνακαλύψτε τήν ἀμαρτία παντοῦ· μπεῖτε παντοῦ, συναναστραφεῖτε τούς πάντες· ξεσκεπάστε τήν ἁμαρτία, ἀλλά ντύστε μέ τήν ἀγάπη σας τόν ἁμαρτωλό". Ἔτσι, μέ ὅση εὐκολία πηγαίνουν στίς Ἐκκλησίες, μέ τήν ἴδια ἄνεση μπαίνουν στίς ταβέρνες, στά σημόσια λουτρά καί τά κακόφημα σπίτια. Μέ τόν τρόπο πού ἀνακαλύπτουν τήν ἁμαρτία ἐκεῖ πού ὑπάρχει, μέ τόν ἴδιο τρόπο τήν ἀποκαλύπτουν ἐκεῖ πού δέν ὑπάρχει.
Περπατοῦν στούς δρόμους χορεύοντας, κάνουν ἀστεῖα στούς ἀνθρώπους καί "παίζουν" μαζί τους. Καί μέσα ἀπ' ὅλα αὐτά ἀποκαλύπτουν μέ τό διορατικό τους χάρισμα κάποιο σκάνδαλο καί προειδοποιοῦν ἔμμεσα τούς ἀνθρώπους γιά κάποιο ἁμάρτημα πού σκέφτονται νά κάνουν.
Ἡ Σαλότης γίνεται ἕνα ἐπικινδυνο "παιχνίδι" γιά τόν ἀσκητή, ὁ ὁποῖος φαινομενικά τουλάχιστον ἀρνεῖται τά μοναχικά καί ἀσκητικά ἰδεώδη. Ὁ Σαλός καταλύει τήν Παρασκευή γιά νά νηστέψει τήν Πέμπτη! Τρώει λαίμαργα καί μέχρι σκανδαλισμοῦ, γιά νά βρεθεῖ κάποια ἄλλη φορά μισοπεθαμένος ἀπό τήν πεῖνα. Κι αὐτό γίνεται γιά νά ἐξαπατήσει καί νά κρύψει τό μυστικό του "παιχνίδι". Κι ἄν αὐτό κάποτε μαθευτεῖ καί μαζί του καί ἡ ἁγιότητά του, τότε ὁ Σαλός ἐξαφανίζεται"
. (Π. Μαρτίνη, "Ὁ Σαλός ἅγ. Ἀνδρέας καί ἡ Σαλότητα στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία", 1988, σελ. 9 - 10).
"Ὁ Σαλός εἶναι ἕνας πτωχός - σημειώνει ὁ N. Gorodetsky, - ἕνας ἀνεπαρκής, ἄξιος ἀστεϊσμοῦ, ἀκόμη καί κτηνωδίας... Ἀλλά ἡ μνήμη τοῦ Σταυροῦ καί τῆς Σταυρώσεως, ἡ μνήμη τοῦ ὅ,τι Ἐκεῖνος κολαφίσθηκε, ραπίσθηκε καί μαστιγώθηκε, ζῆ στήν καρδιά του καί τόν βιάζει χάριν τοῦ Χριστοῦ, νά ἀντέχει κάθε στιγμή τό ὄνειδος καί τόν διωγμό" (N. Gorodetsky, "The humiliated Christ in modern Russian thought", σελ. 120).
"Ὁ Σαλός - γράφει ὁ Ἐπίσκοπος Διοκλείας Κάλλιστος - εἶναι ἔνας ξένος. Εἶναι ἐλεύθερος ἀπό τούς κανονικούς δεσμούς τῆς οἰκογενειακῆς ζωῆς (δέν εἶναι κανενός γιός, ἀδελφός καί πατέρας), χωρίς σπίτι, ἕνας περιπλανόμενος, συχνά κάποιος ἐξόριστος. Συνήθως δέν εἶναι ἐρημίτης καί περνᾶ τήν ζωή του μαζί μέ τούς ἀνθρώπους. Μολαταῦτα παραμένει κατά κάποιο τρόπο ξένος, ἄπολις, στό περιθώριο τῆς ὀργανωμένης κοινωνίας, στό μέσο τοῦ κόσμου χωρίς ὅμως νά προέρχεται ἀπ' αὐτόν. Ὁ Σαλός εἶναι ἐλεύθερος, ἕνας ἄγνωστος, καί γι' αὐτό μπορεῖ, νά ἐκπληρώνει ἕναν προφητικό ρόλο...
Ὁ Σαλός, δυνάμει τῆς ἐσχάτης πτωχείας του, τῆς ἐθελούσιας ἀπόρριψης κάθε ἐξωτερικῆς συμβατικότητας ἤ ἐξασφαλίσης, εἶναι ἐλεύθερος νά λέει τήν ἀλήθεια, ἀκόμη καί στόν ἴδιο τόν Ἀνώτατο Ἄρχοντα, τόν Αὐτοκράτορα - Τσάρο"
. (ἐπ. Καλλίστου Γουέαρ, "Ὁ διά Χριστόν Σαλός - Προφήτης καί Ἀπόστολος"· τόμος "Ἑνότης ἐν τῇ ποικιλίᾳ", σελ. 103 καί 105).
"Ἡ μωρία τῶν Σαλῶν - γράφει ὁ Καθηγητής Δημ. Τσάμης - συνήθως ἐκδηλώνοταν μέ παράδοξες καί ἀμφιλεγόμενες πράξεις, μέ κύριο στόχο νά προσβάλουν τήν συμβατική ἠθική καί τό ἐκκλησιαστικό κατεστημένο πού εἶχε χάσει τήν χαρισματική του διάσταση. Ὅπως ἦταν ἑπόμενο, τέτοιες πράξεις δημιουργοῦσαν βίαιες ἀντιδράσεις καί ἱσχυρό σκανδαλισμό σέ ἀρκετούς πιστούς". (Δημ. Τσάμη, "Ἁγιολογία", 1985, σελ. 151).
Ἡ Σαλότητα προῆλθε ἀπό τήν αὐστηρή ἄσκηση πού ἐμφανίσθηκε στούς κόλπους τῆς Ἐκκλησίας ἀπό τόν 2ο ἤδη μ. Χ. αἰῶνα. Ἡ αὐστηρή αὐτή ἄσκηση ἦταν ἡ ἀντίδραση τῶν Χριστιανῶν στήν σύγχρονή τους διαφθορά καί στούς ἐναντίον τους διωγμούς, κυρίως τῶν Ρωμαίων καί τῶν Περσῶν Αὐτοκρατόρων. Ἀργότερα, τόν 4ο αἰ. μέ τήν παύση τῶν διωγμῶν, ὁ Μοναχισμός θεωρήθηκε σάν μαρτύριο τῆς συνειδήσεως καί τό μαρτύριο σάν μέσο ἁγιασμοῦ ἀντικαταστάθηκε ἀπό τήν ἀπόταξη τοῦ κόσμου γιά τήν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ. Κάποιες ἀκραῖες μάλιστα μορφές Μοναχισμοῦ - ὅπως ἡ ἄσκηση πάνω σέ στύλους ("Στυλίτες", λ.χ. ὁ ὅσ. Συμεών στήν Συρία) καί σέ δένδρα ("Δενδρίτες", ὅπως ὁ ὅσ. Δαβίδ τῆς Θεσσαλονίκης) καί ὁ συναγελασμός μέ τά ἄγρια ζῶα ("Βοσκοί") - εἶναι πράγματι μαρτυρικές.
"Στήν ἔρημο - γράφει ἡ Εἰρ. Γκοραϊνωφ - πρέπει νά ψάξουμε τίς ἀρχές αὐτῆς τῆς ἀσυνήθιστης κλήσεως πού εἶναι ἡ διά Χριστόν Σαλότης. Γιά νά ἀποφύγουν τήν πνευματική ἐξουδετέρωση ἀπό τήν περιρρέουσα χλιαρότητα οἱ Παῦλοι, οἱ Ἀντώνιοι καί οἱ Μακάριοι ἀναζητοῦν, ἀπό ἀγάπη γιά τόν Χριστό, αὐτήν τήν φλογισμένη μοναξιά". (Εἰρ. Γκοραϊνωφ, "Οἱ διά Χριστόν Σαλοί", 1993, σελ. 23).
Ἀπό τήν ἔρημο τῆς Συρίας καί τῆς Αἰγύπτου, κατά τόν 4ο αἰῶνα, θά ἔρθουν στόν κόσμο οἱ πρῶτοι διά Χριστόν Σαλοί. Οἱ Ἱστορικοί τῆς Ἐκκλησίας Εὐάγριος καί Νικηφόρος Κάλλιστος μιλοῦν "περί τῶν ἐξ ἐρήμου ἀπερχομένων μοναχῶν καί ὑποκρινομένων σαλότητα ἐν τῶ κόσμῳ" (Αὐγουστίνου Μοναχοῦ Ἰορδανίτου, "Βίος καί Πολιτεία τοῦ Ὁσίου Πατρός ἡμῶν Ἀνδρέου τοῦ διά Χριστόν Σαλοῦ", 1912, σελ. 5).
"Ὑπάρχουν ἐλάχιστοι - γράφει ὁ Εὐάγριος - ὅμως ὑπάρχουν αὐτοί οἱ ἀσκητές, οἱ ὁποῖοι ἀφοῦ πετύχουν τήν ἀπάθεια ἐπιστρέφουν στόν κόσμο. Αὐτοί κάνουν τούς τρελούς μέ σκοπό νά ὑποτάξουν τόν ἐγωϊσμό καί τήν κενοδοξία. Καί χωρίς νά κρύβονται τρῶνε στά καπηλειά καί στίς διάφορες ταβέρνες. Ἀκόμη καί στά δημόσια λουτρά συζητοῦν καί συλλούονται μέ τίς γυναῖκες, χωρίς νά σκανδαλίζονται. Ἔτσι συναναστρέφονται τό ἴδιο τούς ἄνδρες καί τίς γυναῖκες. Σ' αὐτόν τό θεῖο καί πανάριστο βίο αὐτῶν τῶν ἀσκητῶν ἡ ἀρετή, ἀντίθετα ἀπό τήν φύση, ἔχει δημιουργήσει δικούς της νόμους". (Ἐκκλησιαστική Ἱστορία, βιβλίο Α, κεφ. ΚΑ· P. G. 86, β' μέρος, σελ. 2480 - 84).
"Ἄν καί ἦταν γεμᾶτος σοφία καί χάρη - γράφει ὁ Νικηφόρος Κάλλιστος γιά τόν ὅσ. Συμεών τῆς Ἔμεσσας - προσποιοῦνταν τόν τρελλό, ἀφοῦ ἔβγαζε ἀπό πάνω του τήν κούφια δόξα, θεωρώντας την στ' ἀλήθεια ὡς ἀδοξία. Ἐάν κάποιος καταλάβαινε τήν ἀρετή του καί πήγαινε νά τόν προσκυνήσει, θύμωνε καί ἀμέσως ἔφευγε. Πρόσεχε πολύ αὐτό πού ἔκανε κρυφά νά μή φανερωθεῖ κι ἔτσι γίνει γνωστή ἡ ἀρετή του" (Ἐκκλησιαστική Ἱστορία , βιβλίο 17, κεφ. 22· P. G. 147, 273 - 276).
"Ἡ κλήση γιά τήν διά Χριστόν Σαλότητα - ἐπισημαίνει ὁ Ἐπίσκοπος Διοκλείας Κάλλιστος - εἶναι χαρακτηριστικό τοῦ Ἑλληνικοῦ καί Συριακοῦ Χριστιανισμοῦ ἀπό τόν 4ο αἰ. καἰ ἐφεξῆς. Ἅγιοι Σαλοί ἀνευρίσκονται ἐπίσης στήν Χριστιανική Δύση, καθώς καί ἐντελῶς ἔξω ἀπό τήν Χριστιανική Παράδοση, ἀνάμεσα π.χ. στούς Ἰουδαίους Χασιδίμ, τούς Σούφι τοῦ Ἰσλάμ καί τούς Βουδιστές Ζέν". (ἐπ. Καλλίστου αὐτ., σελ. 106).